Δικαίωμα στ' Όνειρο

Ένα μυθιστόρημα σε συνέχειες που δεν εκδόθηκε ποτέ

Name:

Τι να πω και τι ν' αφήσω; Καλύτερα να με επισκεφθείτε στο http://adais.blogspot.com

Friday, February 24, 2006

Δικαίωμα στ' Όνειρο

«Δεν μπορεί, όχι, δε γίνεται να πεθάνω με συμβατικό τρόπο. Όχι από γηρατειά. Αποκλείεται. Θα πεθάνω παράδοξα, και άδοξα, για να ζήσω μετά... στις σκέψεις έστω κάποιων γνωστών - αγνώστων, που θα μπορέσουν ίσως να διαβάσουν την ψυχή μου. Άσε που δεν είναι κι εύκολο ανάγνωσμα. Αλλά, τι κάθομαι τώρα εδώ και σκέφτομαι το θάνατο, αφού είναι το τελευταίο πράγμα που θα ’πρεπε να με απασχολεί; Έτσι κι αλλιώς ο θάνατος... Τι είναι ο θάνατος; Μια απλή επιβεβαίωση ότι ζήσαμε. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Να, αυτό είναι ο θάνατος...
Αχ! Τρεις μήνες εδώ στην εξοχή, τρεις πραγματικά υπέροχοι μήνες, που πέρασαν όμως τόσο βιαστικά, σαν να προσπαθούσε κάποιος να τους διώξει. Λες και ήταν χθες που ήρθα εδώ, στην “απολίτιστη” ύπαιθρο, και να που αύριο κιόλας φεύγω. Σαν αναχωρητής απ’ τη ζωή. Αλήθεια γιατί όλα τα ωραία πράγματα στη ζωή, κρατάνε πάντα τόσο λίγο; Γιατί η περιστασιακή - έστω - ευτυχία, φεύγοντας μας αφήνει μια πικρή γεύση στα χείλη και την ψυχή;
Η ζωή τρέχει κι αν δεν τρέξουμε μαζί της θα τη χάσουμε. Όχι μωρέ, η ζωή δεν είναι τρένο και τα ρέστα... Εμπειρία είναι, μια εμπειρία που πρέπει να νιώσουμε όσο πιο έντονα γίνεται. Αλλά εμείς, δεν το κάνουμε. Που καιρός για να ζήσουμε; Κάθε στιγμή που περνά είναι μια σταλιά θάνατος - πάλι αυτός μες στη μέση; -, κι όμως πεθαίνουμε την κάθε στιγμή, μα, τάχα ζούμε την κάθε στιγμή; Πως μου το ’λεγε ο Νικόλας;... Αχ, αυτός ο Νικόλας!...: «Η ζωή μας έχει καταντήσει καταναλωτικό προϊόν και καθημερινά βιώνουμε μικρούς θανάτους, διαρκείας 20 δευτερολέπτων, που επιβεβαιώνουν την ύπαρξή μας, με τη μορφή τηλεοπτικών διαφημίσεων. Εγώ...εγώ θέλω να ζήσω έντονα το τώρα για να ’χω κάτι καλό να θυμάμαι αύριο...».
Με πόσο πάθος τα ’λεγε όλα αυτά τότε, σαν να διάβαζε διατριβή. Ίσως και να ’ταν παρμένα από διατριβή, απομεινάρι των ημερών που φοιτούσε στη νομική, προτού παρασυρθεί στους ολισθηρούς θλιμμένους δρόμους του νυχτερινού βούρκου. Ρε Νικόλα μου, που να βρίσκεσαι άραγε τώρα; Νιώθεις τάχα τη θλίψη μου, που βγήκα έξω απόψε για να τη μασκαρέψω; Άνθρωποι, άνθρωποι... Λένε πως το πρόσωπο είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Αν πράγματι έχουν δίκιο, τότε το δικό μου πρόσωπο, είναι βαμμένο μ’ ένα τόσο βαθύ σκούρο της ώχρας χρώμα, τόσο σκοτεινό, που κανείς δεν μπορεί να διακρίνει τη θλίψη που κρύβεται από κάτω... Τη θλίψη και τη μοναξιά.
Όταν σε γνώρισα Νικόλα, άκουσα μια φωνή να λέει μέσα μου: «Όχι άλλη μοναξιά», αλλά, και η μοναξιά καλή είναι...όταν έχεις κάποιο για να τη μοιραστείς».

Εκείνη τη στιγμή, μια πέτρα κάπου κύλησε, κατηφορίζοντας απ’ το λόφο, σα φίλος που ’ρθε ν’ ακούσει την ιστορία της, σπώντας τη μαγική σιγαλιά της μυστήριας νύχτας. Ακούστηκε σαν τύμπανο παράταιρο, καθώς το ποτάμι συνέχιζε το απαλό του κονσέρτο. Χαμογέλασε, αλλά εκείνο το χαμόγελο δεν το είδε κανείς. Συνέχισε από άλλο σημείο τις σκέψεις της.
«Από αύριο ξανά στη ρουτίνα, και η ζωή μου - αυτό το αίνιγμα που στο μέλλον θα βρει τη λύση του - θα γίνει και πάλι ένα, με τον τόσο αφόρητα πληκτικό κόσμο του συνηθισμένου. Αυτό το βράδυ τελειώνουν οι αναζητήσεις, μέχρι που θα μείνω ξανά μόνη, κάπου μακριά ή ίσως ωσότου να επιστρέψει ο Νικόλας κοντά μου. Πάντως, η μοναξιά κατά ένα περίεργο τρόπο, με εμπνέει. Όμως, δεν τολμώ να το πω πουθενά, γιατί θα με βγάλουν τρελή. Ίσως και να ’μαι. Ίσως να ’μαι ένας από εκείνους τους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες, που θέλουν να ’ναι μόνοι, που θέλουν να υποφέρουν για να ’χουν κάτι να παραπονιούνται. Ίσως χωρίς τη μοναξιά, η ζωή μου να έχανε το κάθε της νόημα...
...Μια ζωή μας τρώει την ψυχή η γνώμη των άλλων, που αρέσκονται να αγελοποιούνται ακολουθώντας ποιμένες. Μπείτε σκύλοι αλέστε ψυχές, στα πλαίσια του σωστού και του συνηθισμένου. Πολιτικώς ορθά παραμύθια... χέστα, άστα να πάνε.
Θυμάμαι τι συνέβηκε όταν έμαθε ο μπαμπάς ότι τις ελεύθερές μου ώρες ασχολούμαι με τη συγγραφή. Τρελή με ανέβαζε, ονειροπαρμένη με κατέβαζε. Τρελή κι ονειροπαρμένη... Ε, κι αν είμαι ονειροπαρμένη, τι έγινε; Όλοι κάνουν όνειρα, αλλά συνήθως μένουν ως εκεί. Με την πρώτη δυσκολία τα παρατάνε και παίρνουν τους εύκολους δρόμους. Εγώ έκανα, κάνω και θα κάνω όνειρα. Είναι το μόνο «θα» στο οποίο πιστεύω, και θα κάνω ό,τι μπορώ, για να βγει έστω κι ένα όνειρό μου αληθινό...
Η μάνα μου τότε δεν είπε τίποτα. Αυτή ποτέ δε μιλούσε, αλλά ούτε και τώρα μιλά. Άκουγε και σώπαινε. Ακούει και σωπαίνει. Πιστεύει ότι η σιωπή φέρνει γαλήνη. Σαν βουδιστής μοναχός είναι. Αντίθετα ο γέρος, που δεν καταλαβαίνει από νιρβάνες και τα ρέστα, σαν γνήσιος καρεκλοκένταυρος , φωνάζει μέχρι να επιβληθεί...
Γιατί κάθομαι τώρα και χαραμίζω το χρόνο και τις σκέψεις μου σε ανόητα πράγματα, ένας θεός ξέρει! Αύριο - τι αύριο; είναι περασμένα μεσάνυχτα - επιστρέφω στη χλωμή μου πόλη, και η φοίτηση στο κολέγιο, το μισητό σχολείο του απεχθούς μέλλοντος, αρχίζει σε λίγες μέρες. Αν πάω φυσικά. Πρέπει να βρω το κουράγιο να μιλήσω στο μπαμπά για την απόφασή μου, και, φοβάμαι, δεν ξέρω πως θα αντιδράσει. Μάλλον ξέρω, αλλά δε θέλω να ψυχοπλακωθώ από τώρα. Να, και μόνο που το σκέφτομαι νιώθω να πονάω.»
Αυτά σκεφτόταν η Σοφία, ένα κορίτσι δεκαοκτώ παρά κάτι χρόνων, κάποιο ζεστό αυγουστιάτικο βράδυ, κάτω από τη μαγευτικά φωτεινή κουβέρτα τ’ ουρανού, την πλεγμένη μ’ όλου του κόσμου τ’ αστέρια, κι ένα ολόγιομο φεγγάρι, που μέσα σ’ όλο του το μεγαλείο γεννούσε στη ψυχή της τη μελαγχολία.
Αναλογιζόταν την πόλη. Δεν ήθελε να γυρίσει στην πόλη. Όχι τώρα που ο Νικόλας δεν ήταν εκεί. Άλλωστε φοβόταν. Φοβόταν πολύ. Φοβόταν την αντίδραση του πατέρα της. Πάντα φοβόμαστε το άγνωστο, το μη συγκεκριμένο, κι ας το γνωρίζουμε κατά βάθος.
Η δύση του Αυγούστου θα σήμαινε για τη Σοφία, τη δύση της - μετρημένης έστω - χαράς. Την επιστροφή στην καθημερινότητα.


Εκείνο το βράδυ λοιπόν, το στερνό της στον παράδεισο της φύσης, αποφάσισε να το ξοδέψει μόνη κι άγρυπνη, κάτω απ’ την προστασία του μαγευτικού, αλλά στη μοναξιά της, μελαγχολικού ουρανού. Το ’χε πει άλλωστε στη γιαγιά της ότι θα έβγαζε έξω τη νύχτα.
Η γριά, που την φιλοξενούσε κάθε καλοκαίρι, σήμαινε πολλά για τη Σοφία. Παρόλα τα χρονάκια της και τις προϊστορικές της αντιλήψεις, κατανοούσε την εγγονή της και στεκόταν πάντα, διακριτικά, στο πλευρό της, μ’ ένα αταίριαστο για την ηλικία της τρόπο. Ποιος ξέρει; ίσως η γριά, που έζησε ογδόντα και τέσσερα χρόνια, να έβλεπε στο πρόσωπο της μικρής κάτι απ’ το δικό της εαυτό, κάτι απ’ τα χαμένα δικά της νιάτα, τα γιομάτα όνειρα που δεν έμελλε να πραγματοποιηθούν.
Πόσες ώρες δίχως τελειωμό ξόδεψαν οι δυο τους, καθισμένες στη βεράντα του παλιού πετρόκτιστου σπιτιού, μιλώντας για το παρελθόν! Η γριά δηλαδή μιλούσε, κι η Σοφία άκουγε κι αν έβγαινε καμιά καλή ιστοριούλα ή ατάκα, την έγραφε. Της άρεσε να γράφει. Η καλή γριά, η γιαγιά Ελπίδα, με τον τρόπο της, με τα λόγια της, γεννούσε ελπίδες στην ψυχή της Σοφίας.

Ήταν δεν ήταν δέκα το βράδυ όταν έφθασε εκεί, στις παρυφές ενός πυκνού δάσους, και κάθισε αβίαστα, σιωπηλά, πάνω σε μια μεγάλη πέτρα. Είχε τόσα πολλά να σκεφτεί, που ίσως οι οκτώ και κάτι ώρες ως το χάραμα να μην ήταν αρκετές.
Λίγο πολύ, η ζωή της όλη άρχισε να περνά καρέ-καρέ μπροστά από τα μάτια του νου της, και αμαχητί παραδόθηκε στην ατέλειωτη δίνη της μνήμης και του χρόνου. Που και που σαν να συνερχόταν, και τότε αφουγκραζόταν τους νυχτερινούς ήχους της σιωπής, προσπαθώντας να βάλει μια τάξη στο στρόβιλο των σκέψεων της. Έπρεπε να πάρει εκείνη τη μεγάλη απόφαση, λες και σε κείνην στηριζόταν η αιωνιότητα, η δική της αιωνιότητα.
Όλοι της έλεγαν πως πρέπει να υπακούει στα «πρέπει» της ζωής, όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έπρεπε, όπως και σε πολλές άλλες. Η απόφαση δεν είχε κάνει με το τι θα ήθελε να κάνει στη ζωή της, εκείνη είχε ήδη παρθεί. Το ζητούμενο ήταν να βρει το κουράγιο να μιλήσει στον πατέρα της γι’ αυτήν. Και θα το ’βρισκε, αν δεν ήθελε να μπει κι αυτή στην ίδια κατηγορία με τους μεγάλους κιοτήδες, τους μεγάλους χαμένους στο παιχνίδι της ζωής.
Το τρένο της σκέψης της συνέχισε τη διαδρομή προς το παρελθόν. Θυμήθηκε τις διακοπές του Πάσχα στην Κρήτη. Τότε ήταν που άρχισε να γράφει. Και μετά από λίγο καιρό συνειδητοποίησε ότι σ’ όλη της τη ζωή, αυτό θα ’θελε να κάνει: να γράφει! Να γράφει χωρίς σταματημό. Να γράφει για τους πάντες και τα πάντα!
Είχε ερωτευτεί, είχε αγαπήσει παράφορα τις ανατολές και τα ηλιοβασιλέματα του αλμυρού νερού, που τόσο ομορφαίνουν τις ζωές εκείνων, που έχουν μάτια για να δουν, καρδιά για να νιώσουν.
Και τώρα, στην εξοχή. Τρεις μήνες που ήδη έφτασαν στο τέλος τους. Μήνες ηρεμίας, σκέψης, ανάγνωσης, συγγραφής και αϋπνίας. Ο ύπνος της ήταν λιγοστός, κι ακόμη και όταν κοιμόταν άκουγε ολόκληρα κείμενα ή ποιήματα να παρελαύνουν μέσα απ’ τη σκέψη της. Είχε αναπτύξει και ένα περίεργο είδος νυχτοφοβίας που δε θα την εγκατέλειπε ποτέ: Δε φοβόταν το σκοτάδι, σε καμιά περίπτωση, εκτός και αν προσπαθούσε να κοιμηθεί. Τότε ένιωθε ένα ρίγος να διαπερνά όλο της το είναι. Δεν μπορούσε να αφεθεί στην αγκαλιά του Μορφέα, και κάθε λίγο και λιγάκι άνοιγε τα μάτια της τρομαγμένη, νομίζοντας ότι βρίσκεται κάποιος στο δωμάτιο ή πως άκουσε κάποιο περίεργο θόρυβο. Από τότε, άρχισε να κοιμάται μόνο στη διάρκεια της ημέρας , και όχι για περισσότερο από τρεις - τέσσερις ώρες. Έλεγε πως δεν ήθελε να ξοδέψει το ένα τρίτο της ζωής της, όπως όλοι οι άλλοι, στο κρεβάτι.



Το ποτάμι της σκέψης της εξακολούθησε να ρέει ορμητικά προς τις πηγές του ονείρου. Έκανε πολλά ταξίδια με τη σκέψη της, κι εκείνη την πήγαινε παντού. Ήταν κάτι σαν σύντροφος στη θέση του συντρόφου της.
Πρέπει να βρω τον τρόπο, τα λόγια, να πείσω τον πατέρα μου για την ορθότητα της απόφασής μου. Θα του ’ρθει βέβαια ο ουρανός σφοντύλι, μια και δεν είναι και λίγο πράγμα η κόρη σου, που προόριζες για διοικητικό στέλεχος κάποιας Α.Ε. να σου προκύψει συγγραφέας. Αλλά, αν το καλοσκεφτεί, ίσως καταλάβει πως δεν είναι σωστό να κάνει κανείς σχέδια για μια ζωή που δεν του ανήκει! Ίσως και όχι».
Ήταν πολύ μετά τα μεσάνυχτα και οι σκέψεις «για μια ανακοίνωση», απασχολούσαν τυραννικά το μυαλό της Σοφίας.
Ένα δροσερό αεράκι φύσηξε ξαφνικά, δίνοντας ζωή στο σιωπηλό δάσος. Δεκάδες πουλιά ξεχύθηκαν απ’ τα δέντρα, γεμίζοντας προς στιγμή σαν στολίδια, σαν σκοτεινές διαφάνειες το νυχτερινό ουρανό.
Τους τελευταίους πέντε μήνες γέμισε ούτε λίγο ούτε πολύ είκοσι χοντρά τετράδια, γράφοντας με το δικό της απλουστευμένο, αφηγηματικό τρόπο, για τα πιο απλά πράγματα που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Ήταν γεννημένη συγγραφέας. Το να αποτυπώνει τα πάντα στο χαρτί δεν ήταν γι’ αυτήν δύσκολη υπόθεση. Και στις στιγμές της δυστυχίας, αλλά και σ’ εκείνες τις μικρές, τις σπάνιες της ευτυχίας, πάντα έβρισκε χωρίς κόπο τον τρόπο να εκφράζει τα σιωπηλά της συναισθήματα μες στα τετράδια. Σε ώρες απόλυτης ηρεμίας θα μπορούσε να μεγαλουργήσει, αλλά στην πόλη αυτές οι ώρες ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτες.

Μερικές φορές εύχεσαι η νύχτα να ’ναι ατέλειωτη, ώστε να βυθιστείς στις σκέψεις και τα ονειροπολήματά σου. Τι να προλάβεις να σκεφτείς σ’ ένα βράδυ και τι ν’ αφήσεις; και το πιο σημαντικό: τι ν’ αποφασίσεις;
Έπνεε ένας άηχος άνεμος που τώρα πια δεν τάραζε τα υπόλοιπα στοιχεία της φύσης. Η καρδιά της Σοφίας καίγονταν, αλλά επειδή δεν έβγαζε καπνό, κανείς δεν την έβλεπε. Δεν άντεξε στον πειρασμό και όπως όλοι κάνουμε σε παρόμοιες περιπτώσεις, άφησε το νου της ελεύθερο να κάνει μια σύντομη βόλτα στο λαβύρινθο του παρελθόντος, αντικρίζοντας μαζί μ’ όλα τ’ άλλα, τα «άπλυτα» που πάντοτε φροντίζει να ξεβγάζει η λήθη.
Θυμήθηκε πάλι τον Νικόλα. Θυμήθηκε τα όσα έζησαν μαζί στο λίγο χρόνο της συνύπαρξής τους. Θυμήθηκε το πόσο έκλαψε για κείνον, το πόσο τον βοήθησε να βοηθήσει τον εαυτό του, κι ακόμη το πως εκείνος έφερε τα πάνω κάτω στη δική του ζωή για να την έχει κοντά του. Ο έρωτας άνθιζε μέσα τους σαν τα νούφαρα στη λίμνη. Ακόμη λίγο κι η στέρνα της αγάπης τους θα ξεχείλιζε και θα πλημμύριζε τον κόσμο.
Το έχετε προσέξει - τάχα - ότι εκείνο που μας λείπει, το αγαπάμε πιο πολύ; Ότι η απουσία παραδόξως ενώνει; Μόλις γνώρισε τον Νικόλα κατάλαβε ότι το σημείο που τους ένωνε ήταν η μοναξιά. Θυμήθηκε τα λόγια του: «Θέλω να κάνω λάθη κι ας μετανιώσω μετά. Τουλάχιστον θα ξέρω ότι τα λάθη αυτά ήταν δικά μου, κι όχι υποβαλλόμενα».
Τα λόγια αυτά που κτύπησαν το ξωπόρτι του νου της την ώρα ακριβώς που έπρεπε, τα ελπιδοφόρα σχέδια για το μέλλον, η ησυχία της γιορτινής - έτσι θα φάνταζε στον καθένα - νύχτας, και η απουσία του παράγοντα πίεση, τη βοήθησαν λίγο-λίγο να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις της, και να πάρει τη μεγάλη, τουλάχιστον για την ίδια, απόφαση: «Πρέπει οπωσδήποτε να τα πω όλα στον πατέρα μου αύριο το βράδυ, προτού να είναι πια πολύ αργά», σκέφτηκε. «Εξάλλου δεν είναι σωστό από τη μια να καταπιέζω τα συναισθήματά μου κι από την άλλη να αγωνίζομαι να γίνω κάτι που δε θέλω, κοροϊδεύοντας και τον ίδιο τον εαυτό μου αλλά και τους γονείς μου. Θέλω να διαβάζω και να γράφω. Μόνο αυτά θέλω να κάνω. Και να ταξιδεύω. Θέλω να γράψω για ό,τι απασχολεί έμενα και τους άλλους νέους, για την αγάπη, τα ταξίδια, τη φιλοσοφία, τη θρησκεία, και τα όνειρα...Τα όνειρα!».
Ήθελε να πάει στην Ινδία, το Θιβέτ, τη Μέκκα, το Ιεροσόλυμα, εκεί όπου για κάποιους ανθρώπους υπάρχει ο Θεός. Ήταν ένα φοβερά ανήσυχο πνεύμα, μια ψυχή που δε θα απολάμβανε ποτέ τη ψευδαίσθηση της ευτυχίας που απολαμβάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι. Και ούτε ήθελε να ωριμάσει - έτσι όπως εννοούν την ωριμότητα οι ενήλικες. Ήθελε να παραμείνει για πάντα μια «παράξενη νεαρή», που πάντα θα ρωτούσε, που πάντα θα έψαχνε. «Ωριμότητα: Έτσι αποκαλούν αλλιώς το βόλεμα,» υποστήριζε.
Ήθελε να ταξιδέψει πολύ. Ήθελε να πάει παντού. Ήθελε να τα δει όλα. Ήθελε να γράψει για όλα. Ήθελε να τα κάνει όλα. Και ήθελε να τα κάνει τώρα. Η μοίρα κι ο χρόνος όμως παίζουν παράξενα παιχνίδια εις βάρος των ανθρώπων.
«Σε περίπτωση που δεν αρχίσει αμέσως τις φωνές και τα κηρύγματα θα του πω ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος», συνέχισε τη σκέψη της. «Μ’ αυτό τον τρόπο και θα ’χω επάγγελμα με “αίγλη” και με “μέλλον”, όπως ακριβώς του αρέσει, αλλά ακόμη περισσότερο θα έχω το χρόνο και τα μέσα για να ερευνώ και να γράφω. Τα υπόλοιπα σχέδια μου μπορώ να τα πραγματοποιήσω καθ’ οδόν... Εξάλλου για τον μπαμπά εκείνο που προέχει είναι η δουλειά...Ποια δουλειά όμως; Τι κάθομαι πάλι και λογαριάζω χωρίς τον ξενοδόχο; Λες και θα δεχτεί! Λες και δεν τον έχω μάθει τόσα χρόνια! Αλλά αυτή τη φορά δεν πρέπει να περάσει το δικό του. Η απόφαση αυτή αφορά τη μελλοντική μου ζωή. Από δω και μπρος πρέπει να είμαι εγώ ο ξενοδόχος.»
Η ώρα περνούσε πιο γρήγορα από τις σκέψεις της. Οι αποφάσεις είχαν ληφθεί, αλλά φοβόταν, φοβόταν πολύ τις αντιδράσεις του πατέρα της. Δεν ήταν δα και κανένα τέρας ηρεμίας. Ίσως να μη δεχόταν καν να το συζητήσει. Κάτι τέτοιο το περίμενε από κείνον. Αλλά... «Ό,τι θέλει ας πει. Ό,τι θέλει ας κάνει. Δε βάζω τη ζωή μου ξανά ενέχυρο.»
Από τη μια σκεφτόταν να του πει: «Άσε με ρε κύρη να χέσω τη ζωή και μετά ας ζήσω στα δικά μου σκατά,» και από την άλλη προσπαθούσε να ηρεμήσει και να σκέφτεται το καλύτερο. (Η αρνητική σκέψη δεν οδηγεί πουθενά, αλλά το έχουμε κάνει συνήθεια όταν ανυπομονούμε να γίνει κάτι, να γεμίζουμε το νου μας με τέτοιες σκέψεις και να περιμένουμε πάντα το χειρότερο. Και τότε η φαντασία μας αρχίζει να φτιάχνει σενάρια στηριγμένα συνήθως στο τίποτα.)
Οι σκέψεις της δεν είχαν τελειωμό, αλλά η άπονη νύχτα δεν ήθελε να παρατείνει για λίγο ακόμη την παραμονή της στη γη για χάρη της.
Κάπου μακριά άρχισε να χαράζει και τα κοκόρια βιάστηκαν να το διαλαλήσουν. «Σε αντίθεση με τα κοκόρια των αστικών κέντρων - όσα υπάρχουν δηλαδή - αυτά της εξοχής σε ξυπνούν δεν τα ξυπνάς,» αναλογίστηκε και άφησε ένα γλυκό χαμόγελο να γλιστρήσει αβίαστα στα χλομά της χείλη.
Ατένισε το θολό ορίζοντα με το ανάριο της βλέμμα. Κάπου στεναχωρήθηκε που τέλειωνε η νύχτα, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσε να κάνει και τίποτα για να το αποτρέψει. Παρέμεινε εκεί, καρφωμένη στη θέση της, απολαμβάνοντας την ομορφιά της φύσης που, σα να ξυπνούσε από χειμερία νάρκη, ξεδίπλωνε όλες τις αρετές της, μπροστά στα κουρασμένα της μάτια.
Παρ’ όλη τη ζεστασιά της νύχτας, ένα ψυχρό αεράκι ήλθε να χαϊδέψει τις αισθήσεις της, κάνοντάς την να ανατριχιάσει. Οι αισθήσεις της ξυπνούσαν, μαζί με τη διάφανη μέρα που μόλις τώρα άρχιζε.
Ο ήλιος, ο αναμφισβήτητος άρχοντας της μέρας, που δε διστάζει να φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή σου ανάλογα με τα κέφια του, πρόβαλε επιτακτικά με όλο το μεγαλείο που προϋποθέτει η δύναμή του, πάνω από τα δέντρα του αγουροξυπνημένου δάσους. Το ποτάμι παράτησε το κονσέρτο του για να ξεκουραστεί, αφού τη μελωδία του κάλυπταν τώρα πια οι ήχοι της μέρας. Ήδη τα πουλιά βγήκαν τσάρκα για να επιθεωρήσουν το τοπίο της νέας ημέρας, που είχε ανατείλει στη ζωή της Σοφίας. ίσως της πιο σημαντικής.
Αποχαιρέτησε το δάσος μ’ ένα τελευταίο βλέμμα, γιομάτο ευγνωμοσύνη, και κίνησε μέσ’ απ’ τη νοτισμένη φύση για το σπίτι της γιαγιάς Ελπίδας.



Η γριά ήταν απ’ ό,τι της φάνηκε από ώρα στο πόδι. Κοιμόταν πάντοτε με τις κότες και ξυπνούσε με τα κοκόρια. Βέβαια, και το «πάντοτε» είναι κάτι το σχετικό. Της έφτιαξε ένα υπέροχο, πλούσιο πρωινό μια και πίστευε ότι «το νηστικό αρκούδι» δε χορεύει. Η Σοφία πίστευε τ’ αντίθετο, κι αλήθεια «χόρευε» πολύ καλύτερα όταν ήταν νηστική. Όμως δεν έλεγε τίποτα στη γριούλα, γιατί ήταν εύθραυστη σα φύλλο, και θα μπορούσε να πληγωθεί ακόμη κι από μια αθώα ομολογία όπως αυτή.
Το πόσες φορές απόλαυσε ο Φρέντι, το σκυλί, το πρωινό της, είναι μια ιστορία που δε θα μάθουμε ποτέ. Του το πρόσφερε κάθε μέρα, κι εκείνος την ευχαριστούσε με κείνο τον ιδιαίτερο τρόπο των σκυλιών, κουνώντας όλο χαρά την ουρά του. Όσο μπορούσε να την κουνήσει δηλαδή, αφού ήταν γέρος σαν την ιστορία. Ίσως να μεγάλωσε κιόλας μαζί με τη γριά, αν και αυτό θα ήταν αδύνατο. Πάντως τον θυμάται από τότε που ζούσε ακόμη ο παππούς της. Μιλάμε για πολλά χρόνια πριν. Τότε που ήταν ακόμη παιδούλα. Το γιατί τον έλεγαν Φρέντι δεν το έμαθε ποτέ.
Όπως και να ’χαν τα πράγματα, η Σοφία έπαιρνε πάντα για πρόγευμα ένα ζεστό, πικρό νεσκαφέ με γάλα, επειδή πίστευε πως την ξυπνούσε. Ίσως και να το έκανε, αλλά η πίστη και μόνο στην ιδέα ότι πράγματι αυτό συνέβαινε ήταν αρκετή, για να την κάνει να μην έχει καμιά απολύτως αμφιβολία.
Η γριά πάντα εκείνη την ώρα ήταν απασχολημένη με τις δουλειές του σπιτιού – καθαριότητες, μαγειρέματα και τα λοιπά τινά – και δεν της έδινε και πολύ σημασία. Αυτό συνέβαινε μόνο κατά το δειλινό. Κι ήταν όμορφα τα δειλινά στην εξοχή. Τότε ήταν που κάθονταν στην απλόχωρη βεράντα του πετρόκτιστου σπιτιού κι άρχιζαν τις αφηγήσεις, καθώς ο ήλιος κινούσε για ύπνο, χρωματίζοντας τον ορίζοντα πάνω απ’ τα βουνά.
Τα παραμύθια της γιαγιάς δεν είχαν τελειωμό. Άλλα είχαν πλάκα, κι άλλα πολύ ενδιαφέρον. Η Σοφία τα θεωρούσε πολύ ανθρώπινα, και σαν τέτοια θα άξιζε τον κόπο να τα μάθουν κι άλλοι άνθρωποι, γι’ αυτό και τα κατέγραφε. Ιδιαίτερη εντύπωση της είχε κάνει μάλιστα η ιστορία ενός αρχοντόπουλου που διέσχισε τους αιώνες για να γνωρίσει τον κόσμο… «Ονειροπαρμένη είσαι, κορίτσι μου!» έλεγε στον εαυτό της. Ονειροπαρμένη.
Την ώρα που έπαιρνε τον πρωινό της καφέ, οι σκέψεις για την απόφασή της και το γέρο με την πολυθρόνα, το γέρο της, εξακολουθούσαν να ταλανίζουν το μυαλό της, αλλά δεν ήταν τόσο έντονες όσο το προηγούμενο βράδυ, δεν ήταν καθόλου βασανιστικές.
Στις εφτά το πρωί βρέθηκε στο δωμάτιό της, το μοναδικό δωμάτιο που αγάπησε ποτέ, να φτιάχνει τη βαλίτσα της, στην οποία αν κοιτούσε κανείς θα παρατηρούσε ότι υπήρχαν τα αναγκαία μόνο ρούχα, μια χτένα, ένα και μοναδικό άρωμα, μερικά στυλό και ένας σωρός τετράδια και βιβλία. Τα τελευταία άλλωστε ήταν ό,τι πολυτιμότερο είχε. Το συγύρισμα της βαλίτσας δεν της πήρε πολύ χρόνο. Ποτέ δεν της έπαιρνε άλλωστε.
Πριν να βγει έξω απ’ τη γλυκιά φυλακή στάθηκε μπροστά απ’ τον καθρέφτη για να κοιταχτεί λιγάκι. Ο καθρέφτης αυτός περνούσε για αντίκα. Ήταν σκαλιστός, σε βικτοριανό, θα έλεγε κανείς, «ύφος.» (Αντικρίζοντάς τον αντιλαμβανόσουνα ότι εξέπεμπε κάποια μεγαλόπρεπη λάμψη.) Βλέποντας το πρόσωπό της, προς στιγμή τα έχασε. Πρώτη φορά το αντίκρισε τόσο ήρεμο και γαλήνιο. Λες κι ήταν το μοναδικό κορίτσι σ’ αυτή τη γη που δεν είχε προβλήματα. Ο καθαρός αέρας, η φύση, η ησυχία είχαν κάνει το θαύμα τους.
Η φαντασία της άρχισε και πάλι να οργιάζει… Με κλειστά τα μάτια είδε λέει τον εαυτό της ν’ αγγίζει τα όρια της απόλυτης ευτυχίας – αν υπάρχουν δηλαδή αυτά που ονομάζουμε όρια και το απόλυτο. Έγραψε: «Ήμουνα ντυμένη στα λευκά. Η καρδιά μου φτερούγιζε σαν περιστέρι. Βρισκόμουνα σ’ ένα πανέμορφο άγνωστο δάσος και περπατούσα αργά, ανέμελα, σαν μέσα σε όνειρο. Και την ψυχή μου γέμιζε τόση χαρά, τόση γαλήνη, που τίποτα δε θα μπορούσε πια να την πληγώσει. Είναι δυνατόν να υπάρχει στο μοναχικό και απάνθρωπο κόσμο τούτο, τόση ευτυχία; αναρωτήθηκα…» Το ονειροπόλημά της διέκοψε μια φωνή, που της έλεγε πως έπρεπε να βιαστεί αν δεν ήθελε να χάσει το λεωφορείο. Άνοιξε τα μάτια, τα γιομάτα ζωή, αθωότητα και θάνατο. Στο βάθος τους διακρινόταν ένα σπυρί θλίψης. Οι μαυροπράσινοι κύκλοι γύρω τους σα να φώναζαν ότι χρειάζεται ύπνο.

Μετά από λίγο βρέθηκε έξω με τη βαλίτσα στο χέρι. Η γριά, που σκούπιζε την αυλή, μόλις την είδε έσπευσε κοντά στη μικρή της. Η Σοφία τη σφικταγκάλιασε και τη φίλησε με τόση αγάπη και πάθος, που θα έλεγε κανείς ότι οι δυο τους ασπάζονταν για τελευταία φορά, πως έλεγαν το στερνό τους αντίο, λες και δε θα ξαναβλέπονταν ποτέ. Η γριά δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα δάκρυ που γλίστρησε βιαστικά στο δεξί, χαρακωμένο – όπως και το αριστερό – από το χρόνο μάγουλό της. «Να ’σαι σαν εκείνη την ιτιά εκεί πέρα, που ξέρει και ξεπερνά όλα τα προβλήματα και επιβιώνει παντού,» είπε στη Σοφία, κι εκείνη ήταν η πιο σημαντική στιγμή της σιωπηλής τους σχέσης
Η αναχώρηση της μικρής θα σήμαινε την επιστροφή της ολοκληρωτικής – και οπωσδήποτε καταθλιπτικής – μοναξιάς στη ζωή της γριούλας, που από τον καιρό που έχασε τον άνθρωπό της, έβρισκε τη χαρά μόνο στο πρόσωπο και τη σκέψη της εγγονής της. Αν δεν υπήρχε κι αυτή, μάλλον θα τελείωνε τον περίπατό της στη ζωή, χαρίζοντας την ψυχή στον μπάρμπα χάροντα από γεροντική άνοια. Έκανε όνειρα για τη μικρή της. Στη διαθήκη της άλλωστε τα είχε γράψει όλα στ’ όνομά της. Πίστευε πως μ’ αυτό τον τρόπο έβαζε το δικό της βοτσαλάκι στο μη ορατό οικοδόμημα της αυριανής ευτυχίας της Σοφίας.
Περπάτησε μαζί της μέχρι το σταθμό των λεωφορείων, και μόλις έφτασαν εκεί άφησε να τις ξεφύγουν λίγες λέξεις: «Μικρή μου, να θυμάσαι πάντα ότι εκείνο που έχει σημασία είναι η καλή καρδιά.»
Στο σταθμό επικρατούσε κάτι σαν νεκρική σιγή. Λιγοστοί μονάχα άνθρωποι βρίσκονταν εκεί, κι ο καθένας ζούσε – όπως λέμε – στο δικό του κόσμο.
Δεν είπαν αντίο. Αγκαλιάστηκαν μονάχα για μια τελευταία φορά. Η μηχανή του λεωφορείου μούγκριζε με ανυπομονησία και καθώς αυτό κινούσε για τον προορισμό του, η Σοφία έριξε μια φευγάτη ματιά στη γριά. Την είδε να κουνά σε αποχαιρετισμό το δεξί ροζιασμένο της χέρι, καθώς τα δάκρια που πλημμύριζαν τόση ώρα την ψυχή της έτρεχαν τώρα σαν γειτονικά μικροσκοπικά ρυάκια απ’ τα γέρικα μάτια. Η Σοφία ανταπόδωσε με μια βιαστική κίνηση του χεριού, κι ένα φευγάτο χαμόγελο, που σίγουρα δεν εξέφραζε τα συναισθήματά της. Ένα δάκρυ βαρύ, καυτό, που σήμαινε την επιστροφή στη ρουτίνα, κι ίσως – ίσως τα προβλήματα, βρήκε το δρόμο του έξω απ’ τον εσωτερικό της κόσμο και κύλησε νωχελικά, σαν χοντροκομμένο χαλάζι στο απαλό μάγουλο των δεκαοκτώ της χρόνων.
Κανείς δε θα μπορούσε να μαντέψει ότι τα σπινθηροβόλα εκείνα μάτια, δε θα δάκρυζαν ποτέ ξανά, ακόμη ούτε κι η ίδια. Άλλοτε υποστήριζε ότι: «Πρέπει να κλαίμε συχνά, για να μην παραγεμίζουμε τις αποθήκες των ματιών με αχρησιμοποίητα δάκρια, που κάποτε θα ξεχυθούν σα χείμαρρος και θα μας πνίξουν.» Η τύχη όμως κι η ζωή παίζουν παράξενα παιχνίδια, και οι θεωρίες λέγονται μόνο και μόνο για να ανατρέπονται. Κι όσο για το κλάμα… Ναι, πρέπει να κλαίμε συχνά, φτάνει να μην αφήνουμε κλαίγοντας τις μέρες μας να περνούν άσκοπα, ποθώντας πράγματα που δεν μπορούμε να αποκτήσουμε, χάνοντας πράγματα πολύτιμα, που ήταν ήδη δικά μας, αλλά που ποτέ δεν εκτιμήσαμε…

Το ταξίδι θα διαρκούσε τέσσερις ώρες, οι οποίες μάλλον κι αυτές θα πετούσαν στο χρόνο χωρίς καλά καλά να το καταλάβει, όπως συνέβηκε και το βράδυ. Εξάλλου ο χρόνος είναι υπαρκτός μόνο εφόσον τον υπολογίζεις, και η ψυχολογική κατάσταση της Σοφίας δεν της επέτρεπε να καταπιαστεί με τέτοιους υπολογισμούς.
Βυθίστηκε και πάλι στις σκέψεις της για το παρελθόν, οραματιζόμενη ένα μέλλον που δεν ήταν εκεί. Η δύναμη της συνήθειας όμως δε θ’ αργούσε να τη συνεφέρει. Κι η συνήθεια αυτή ήταν η περιέργεια. Πάντα της άρεσε να κάθεται και να παρατηρεί τους ανθρώπους, την κάθε κίνηση, την κάθε γκριμάτσα τους, και να φτιάχνει ιστορίες γι’ αυτούς με τη φαντασία της.
Ξαφνικά, αντιλήφθηκε ότι το βλέμμα της ασυναίσθητα σταμάτησε σε κάποιο πρόσωπο κι έμεινε καρφωμένο εκεί. Ένας χοντροκομμένος άντρας, γύρω στη μέση ηλικία, που βρισκόταν μια θέση πιο μπροστά από κείνη, στη διπλανή σειρά καθισμάτων, ήταν αυτός που τράβηξε την προσοχή της. «Θεέ μου, ένας άνθρωπος χωρίς ψυχή,» κραύγασε, ανατριχιάζοντας από μέσα της. Το πρόσωπό του ήταν άχρωμο, παγωμένο, ανέκφραστο, σαν κακόγουστα φτιαγμένο από μάρμαρο άγαλμα. Τα μάτια του ήταν βλοσυρά, καρφωμένα στο κενό. Τον έβλεπε και φοβόταν πως αν συναντούσε το βλέμμα του η ψυχή της θα φτερούγιζε μακριά απ’ το σώμα. Κάποια στιγμή έσμιξε τα φρύδια του και η Σοφία λίγο έλειψε να λιποθυμήσει. Ο παθολογικός εκείνος φόβος ήταν αδικαιολόγητος και το ’ξερε, αλλά απλά δεν μπορούσε να τον αποφύγει. Αισθανόταν όπως ο Ρασκόλνικοφ στο «Έγκλημα και τιμωρία», λες και επρόκειτο να εγκληματίσει, αλλά οι αισθήσεις της που πηγαινοέρχονταν κατά βούληση, τη συνέφεραν και πάλι. Τώρα έβλεπε τον Ρασκόλνικοφ στο πρόσωπο εκείνου του άντρα. «Ποιος ξέρει τι έχει κάνει ή και τι κάνει στη ζωή του αυτός ο άνθρωπος;» αναρωτήθηκε. «Τόσο ανέκφραστο πρόσωπο - σα νεκρού - δε βλέπεις ούτε στις χολιγουντιανές ταινίες. Γιατί η θέα του και μόνο μου προκαλεί φρίκη;»
Η φαντασία της, ως συνήθως, οργίαζε, αλλά τώρα πια δε βρισκόταν εκτός τόπου και χρόνου. «Πρόκειται για μια θανάσιμα τραυματισμένη ψυχή,» διέγνωσε στο τέλος για τον προσωπικό της Ρασκόλνικοφ.
Οι δυο ώρες που κράτησε η διαδρομή, της φάνηκαν δευτερόλεπτα. Πάντα κυλά γρήγορα ο χρόνος όταν του ζητούμε να κάνει το αντίθετο. Καθώς το λεωφορείο έμπαινε στο σταθμό, άρχισε να σχηματίζει με τα μάτια της σκέψης της, την εικόνα των γονιών της που θα την περιμένανε. «Σίγουρα η μάνα θα φόρεσε το καλύτερό της φουστάνι, ενώ ο γέρος το γκρίζο κοστούμι που παραπέμπει στα χρόνια του ψυχρού πολέμου,» αποφάσισε!
Σκεφτείτε λοιπόν την έκπληξή της σαν είδε ότι δεν την περίμενε κανείς. «Θα έπεσε πάλι πολύ κίνηση στους δρόμους. Επιτέλους συνέβη και κάτι καλό,» είπε από μέσα της, χαμογέλασε στη σκέψη της και την έδιωξε για κάποια νέα.
Όσο περνούσε η ώρα τόσο και φούντωνε η ασυνήθης πυρετώδης αγωνία της. Πάντοτε προαισθανόταν το χειρότερο σε τέτοιες περιπτώσεις. Πάντα έπειθε τον εαυτό της ότι στ’ αλήθεια συνέβαινε το χειρότερο. κι ας μην επαληθεύονταν ποτέ οι φόβοι της. «Τι να τους έχει συμβεί; Γιατί δεν έχουν έρθει ακόμη; Χθες η μάνα μου έλεγε ότι θα ’ρχονταν πολύ νωρίτερα για να με περιμένουν. Από χθες μέχρι σήμερα τι άλλαξε; Κι αν άλλαξε, δε θα μπορούσαν τουλάχιστον να τηλεφωνήσουν στη γιαγιά και να της το πούνε; Θεέ μου, θα τρελαθώ. Κι αυτός ο πλακομούτσουνος τύπος, που μοιάζει με συμπιεσμένο μέταλλο, γιατί με κοιτά μ’ αυτό τον τρόπο; Θα πάρω τηλέφωνο στο σπίτι. Ποιος ξέρει; μπορεί και να με ξέχασαν! Κι αν δεν απαντήσει κανείς; Τότε θα τα παίξω στα σίγουρα. Καλύτερα να μην τηλεφωνήσω. Καλύτερα να περιμένω. Άλλωστε με τα τηλέφωνα έχω ανοικτούς λογαριασμούς, και… άσε. Μόνο άσχημα νέα με βρίσκουν κάθε φορά που σηκώνω το δόλιο το ακουστικό. Πολιτισμός. Πολιτισμός, χα. Πολιτισμός! Όσο πιο πολιτισμένος γίνεται ο άνθρωπος τόσο πιο γρήγορα μαθαίνει τα άσχημα νέα. Πολιτισμός σημαίνει ταχύτητα, και τόσο μεγάλη μάλιστα που δεν προλαβαίνεις να ζήσεις. Τηλέφωνο, άσ’ το το τηλέφωνο. Τέτοια ώρα, τέτοιες σκέψεις. Ακόμη λίγο και θα κάνεις επανάσταση για κατάρριψη του ΟΤΕ. Χέστε τα τηλέφωνα. Ανάψτε τις τηλεοράσεις μ’ ένα σπίρτο. Που το διάβασα αυτό; Εκείνο το παιδί εκεί πέρα μοιάζει με τον Τζακ Κέρουακ… βγήκε άραγε, πάλι στο δρόμο; Ξύπνα ρε, παραλογίζεσαι … Γιατί αργούνε τόσο; θα πεθάνω από την αγωνία. Καλύτερα που καθυστερούν όμως… Όσο περισσότερο χρόνο μείνω μόνη μου, τόσο πιο ευτυχισμένη θα είμαι. Ευτυχισμένη; Γιατί τάχα τώρα είμαι ευτυχισμένη; Εκτός κι αν ο παραλογισμός είναι ευτυχία! Έι, παράτα τα όλ’ αυτά και σκέψου τι θα κάνεις απόψε. Μόνο μην του μουντζώσεις την πολυθρόνα, χα! Κι εκείνο το παιδί… το παιδί που σκότωσε τις γριούλες… που πάμε! Εκείνο το παιδί πάει, χάθηκε απ’ τα δεκάξι του. Βλέπω, βλέπω τις γριούλες νεκρές, αλλά, που είν’ εκείνος; Μήπως τάχα δεν τις σκότωσε; και τώρα θα φωνάζουν οι συγγενείς: θάνατος, θάνατος στο φονιά. Σκοτώστε να ξεπλύνετε το αίμα… παραλογίζομαι… θάνατος. Θάνατος; Δηλαδή, σκοτώστε το φονιά, για να γίνετε χειρότεροί του! Ο φονιάς - σκληρή λέξη στ’ αλήθεια - όταν σκοτώνει ίσως να είναι φτιαγμένος, ίσως να είναι ξεβίδωτος, ίσως να μην αντιλαμβάνεται καν τι κάνει - αλλά οι άλλοι, εκείνοι οι άλλοι που τον καταδικάζουν σε θάνατο και τον εκτελούν, εκείνοι είναι πολύ χειρότεροι απ’ το φονιά, γιατί ό,τι κάνουν το κάνουν έχοντάς τα τετρακόσια, τον σκοτώνουν νόμιμα και με ήσυχη τη συνείδηση, γίνονται φονιάδες στ’ όνομα του θεού και για το καλό της κοινωνίας, και μάλιστα με συλλογική απόφαση… Λες… Μα τι σκέφτομαι;… Λες όμως, κάποια μέρα να σκοτώσω κι εγώ; Όχι, όχι, δεν μπορεί, όχι εγώ! Αλλά, τάχα ξέρει κανείς στα σίγουρα ότι δε θα γίνει στο μέλλον φονιάς;… αν και οι καθημερινοί μικροί μας φόνοι είναι τρισχειρότεροι, απ’ τη δολοφονία του σώματος. Κάθε μέρα σκοτώνουμε και κάποια ψυχή, ή τη δική μας ή κάποιου άλλου, και το τραγικό είναι ότι δεν αντιλαμβανόμαστε τις συνέπειες αυτού που κάνουμε. Αλήθεια, γιατί επιμένουμε να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλο ψυχικά και ψυχολογικά; Γιατί δεν αφήνουμε τον καθένα να ζήσει τη δική του αλήθεια;… Και να η ζωή μας… μοιάζει με προγραμματισμένη πτήση ακαθορίστου διαρκείας και επιβεβαιωμένης, ανώφελου συμβατικότητας. Μόνο που δεν ξέρουμε πότε - και αν - θα κάνουμε μια βουτιά στα χαμηλά, στην ψυχή μας, για να χαθούμε στο άπειρο του μη νοητού… Στο άπειρο του μη νοητού; Αυτή η φράση δε θα ’ναι δικιά μου. σίγουρα την ξεσήκωσα από κάπου! Αλλά… γιατί αργούνε;»
Έβλεπε τα ανέκφραστα πρόσωπα των περαστικών σα να μην ήταν εκεί. Ένιωθε σα να εξαργύρωνε το πρωινό στο τίποτα και το πουθενά. Μπήκε σε ένα ταξί. Στα μάτια της φαντασίας της, που δούλευαν υπερωρίες λόγω του ότι ο ύπνος την έκανε κοπάνα απ’ το σώμα της, ο οδηγός της φάνηκε να μοιάζει με τον Τζέιμς Ντιν. Σκέφτηκε μάλιστα να του ζητήσει αυτόγραφο, αλλά από ένα ξαφνικό τράνταγμα του αυτοκινήτου συνήλθε κι άνοιξε διάπλατα τα μάτια του σώματος. Ο τύπος θα ’ταν γύρω στα πενήντα και με μια κοιλιά βυτιοφόρο. Λες ό,τι και να ’ψαχνες, θα μπορούσες να το βρεις εκεί μέσα.
Ανακάθισε στο πίσω, λίγο λιγδιασμένο, κάθισμα, έτριψε με την αναστροφή της παλάμης τα πονεμένα μάτια της, και έπιασε να βλέπει τα τοπία να φεύγουν βιαστικά, απ’ το ανοικτό παράθυρο. Και τι τοπία: μπογιατισμένες με ώχρα πολυκατοικίες, καπνοδόχοι που φιλοδωρούσαν τον ουρανό με δόσεις από θάνατο, λεωφορεία - νεκροφόρες, άνθρωποι ρομπότ που έσπερναν χαμόγελα στα κινητά τους τηλέφωνα λέγοντας «κοίτα», φωτεινές σβησμένες πινακίδες, υπερμεγεθείς για να τις βλέπουν και τα μυρμήγκια, ένα δέντρο μάλλον ηλίθιο που δεν κατάλαβε ότι όλα τα αδέλφια του μετακόμισαν βόρεια, μια μπουκάλα ουίσκι άδεια, όπως κάθε ελπίδα, και… και… και… «Αυτή είναι η πόλη που μεγάλωσα;» αναρωτήθηκε.
Όλα της φαίνονταν ασυνήθιστα οικεία, αλλά και άγνωστα. Είναι κάτι που αισθάνεται ο καθένας μας κάθε τόσο, η βεβαιότητα δηλαδή ότι κάτι δεν υπάρχει κι η αίσθηση ότι το έχεις. Επιτέλους, το ταξί σταμάτησε έξω απ’ το σπίτι της, αλλά κι εκείνο της φάνηκε παράδοξα αλλαγμένο. «Λες ν’ άρχισα να χάνω τα λογικά μου; Λες να ονειρεύομαι;» Τσιμπήθηκε, αλλά δεν ξύπνησε, έτσι αποφάσισε ότι όλα αυτά ήταν απλώς ένα παιχνίδι της μονίμως σε διέγερση φαντασίας της.
Πήγε στην πόρτα, πάτησε το κουδούνι και περίμενε - αν και στ’ αλήθεια δεν περίμενε να της ανοίξει κανείς αφού το σαράβαλο της γέρο - πολυθρόνας δεν ήταν εκεί. Έβγαλε μια δέσμη κλειδιά από το καταρρακωμένο τζιν της - αλήθεια, πότε πρόλαβε κι έγινε έτσι; - διάλεξε το σωστό απ’ τα δύο όλα κι όλα κλειδιά, κι άνοιξε την πόρτα. Πάγωσε. Έγινε χλωμή σα λευκό βρεγμένο πανί. Εκ πρώτης όψεως θα έλεγε κανείς ότι το αίμα έφυγε από το κορμί της, και κείνη θα το περίμενε εκεί καρφωμένη, μέχρι να επιστρέψει. Σε κάποια στιγμή τόκανε και το σώμα άρχισε να σαλεύει. Το δωμάτιο που αντίκρισε η Σοφία ήταν άνω κάτω. Το τηλέφωνο κομμένο απ’ τη σύνδεση, χαρτιά πεταγμένα παντού, τα έπιπλα τσακισμένα, ο καθρέφτης μισός, οι πίνακες άφαντοι, το ίδιο και τα κηροπήγια, το ίδιο και τα επιχρυσωμένα τασάκια, το ίδιο και οι γονείς της… που ήταν οι γονείς της;
Το αίμα κυκλοφορούσε με δυσκολία στις φλέβες της κατατσακισμένης ύπαρξης, τα πόδια και τα χέρια της αδυνατούσαν να δεχτούν τις εντολές του μυαλού, η πόρτα παρέμενε ανοικτή φιλοδωρώντας το σπίτι και την ψυχή της με μια μπόχα από Αύγουστο και μια μυρωδιά από θάνατο.
Έσυρε τα πόδια της μέχρι την κουζίνα, στηρίζοντας το ασήκωτο βάρος που έδινε στο σώμα η ψυχή, όπου μπορούσε. Τα λίγα βήματα που είχε να κάνει της φάνηκαν ατέλειωτα όπως ο δρόμος προς την αιωνιότητα. Η ψυχρολουσία είναι πολύ αδύνατη λέξη για να περιγράψει το τι ένιωσε αντικρίζοντας εκείνο το κάτι που τόσο πολύ φοβόταν, που δεν ήθελε να πιστέψει μπαίνοντας στην κουζίνα. Ο πατέρας της, ναι, το φρικτό τέρας, ναι, ο γέρος με την πολυθρόνα, ναι, εκείνος που της έκανε τη ζωή ένα δάκρυ, εκείνος ο πατέρας βρισκόταν τώρα πεσμένος στο πάτωμα, μέσα σε μια ξεραμένη αιμάτινη λίμνη. Το σώμα άψυχο, τα χαρακτηριστικά ψυχρά, τα μάτια ανοικτά…
Το σοκ που δέχτηκε ήταν τόσο ισχυρό, δυνατότερο από κάθε ηλεκτρική εκκένωση, που δεν μπορούσε καν να φωνάξει, να κλάψει, να ριχτεί πάνω του, να λιποθυμήσει. Τα πόδια της, εντελώς ανυπάκουα πια, την άφησαν να σωριαστεί στο άνοιγμα της πόρτας. Παρέμεινε εκεί για λίγο, σε κατάσταση αποβλάκωσης, να βλέπει το κουφάρι που κάποτε ήταν ο πατέρας της. Ένα μικρό δάκρυ κύλησε στο παγωμένο μάγουλο, και μετά έπεσε ματώνοντας τη μπλούζα της. Ναι, παρ’ όλες τις διαφωνίες, παρ’ όλους τους καυγάδες, παρ’ όλα αυτά, ήταν ο πατέρας της και τον αγαπούσε. Κι η μάνα… «Θεέ μου, που είναι η μάνα μου;», σκίρτησε, κι αναπήδησε σαν ελατήριο. Άρχισε να τρέχει σαν τρελή, να ψάχνει ξεψυχισμένη τα δωμάτια, να καταριέται το μεγάλο μέγεθος του σπιτιού. Στο κάτω πάτωμα δεν ήταν. Έτρεξε, σαν ξωτικό ανέβηκε τις σκάλες, σα να μην πατούσε. Στα δυο υπνοδωμάτια, το δικό τους και το δικό της δεν ήταν. Στο μπάνιο, στο μπάνιο, έτρεξε στο μπάνιο. η πόρτα κλειστή, την έσπρωξε κι άνοιξε, κι η ψυχή της σε μια μόλις στιγμή κατέβηκε στη λεγόμενη κόλαση. Τώρα τα δάκρυα έτρεξαν ποτάμι, η ζωή έγινε ασήκωτη σαν το βάρος της νύχτας, όλα τα όμορφα όνειρα που έκανε έγιναν μεμιάς ασπρόμαυρα με το άσπρο φευγάτο. Η μάνα της ζωής και των ονείρων της, είχε κι αυτή σκληρά αποχαιρετίσει τη γη, κινώντας για το αδιανόητο. Ένα μαχαίρι ήταν καρφωμένο στην πλάτη της. Τη μαχαίρωσαν πισώπλατα, κι ας αντιμετώπιζε πάντα κατά πρόσωπο τη ζωή, μες στη σιωπή της. “Δε φοβήθηκε ποτέ κανένα, ούτε και το θάνατο. γι’ αυτό την κτύπησαν ύπουλα, από πίσω. Επειδή δεν άντεχαν να αντικρίσουν τη γαλήνη του προσώπου της”.
Οι ελάχιστες δυνάμεις που της είχαν απομείνει, την εγκατέλειψαν κι αυτές, ρίχνοντάς την πάνω στο σώμα της νεκρής μάνας. Με μια αποφασιστικότητα που θα τρόμαζε και τον ίδιο το Χάρο, άρχισε σιγά σιγά να βγάζει το μαχαίρι απ’ το αγαπημένο σώμα. Θα ανατρίχιαζε κανείς αν την έβλεπε. Έμοιαζε κι η ίδια με νεκρή. Πιο νεκρή κι απ’ τους νεκρούς. Το πως μπόρεσε να συγκεντρώσει τόση ψυχική δύναμη είναι κάτι το ανεξήγητο. Αυτό που συνέβαινε ήταν κάτι το εξωπραγματικό. Σα μια μυστική συνομιλία μεταξύ των νεκρών. Όταν το μαχαίρι βρέθηκε για τα καλά στα μελανιασμένα της χέρια, τα τελευταία ίχνη ζωής φάνηκαν να εγκαταλείπουν το πρόσωπό της. Με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια κατάφερε να ανασηκώσει το ρημαγμένο της σώμα στους αγκώνες, κρατώντας το μαχαίρι, ακουμπισμένο στο πάτωμα με τη ματοβαμμένη λάμα να βλέπει προς τα πάνω. Έκλεισε τα μάτια, και καθώς ολόκληρη η σύντομη ζωή της περνούσε σε αστραπιαίες εικόνες, δίχως συνέχεια, από τη σκέψη της, αφέθηκε να πέσει πάνω στο φονικό όπλο. Το αίμα της μάνας της έγινε και δικό της αίμα, παρηγοριά για το θάνατο. Παράξενο πράγμα όμως, οι σκέψεις της αν και ασύνδετες δεν την εγκατέλειψαν. Μες στην τελευταία παραζάλη της έβλεπε μόνο το κενό και το σκοτάδι. Ξαφνικά ένιωσε ένα τράνταγμα και, ξύπνησε. Το λεωφορείο βρισκόταν ακόμη στο δρόμο, κι η πόλη ήταν μακριά. Θα ’χε δε θα ’χε κοιμηθεί δέκα λεπτά!
Ήταν σαστισμένη για πολύ ώρα και δεν κοίταζε πουθενά. Το λεωφορείο σταμάτησε και πήρε μια γυναίκα και δύο παιδιά από ένα προάστιο της πανώριας νύφης του θανάτου, της μητέρας Αθήνας. Κάθισαν πολύ κοντά της. Χαμογέλασε στα παιδάκια. Ξανακοίταξε για λίγο στο πουθενά, και επιστρέφοντας στο κάπου αντίκρισε τον «άνθρωπο χωρίς ψυχή.» Καθόταν ακόμη ακίνητος με το βλοσυρό του βλέμμα να διασχίζει το αόρατο. «Λες να ’ναι αυτός ο φονιάς;» αναρωτήθηκε, χαμογελώντας αχνά, διασκεδάζοντας για λίγο τη θλίψη της, που δε θα αργούσε και πολύ να κτυπήσει και πάλι τα ρέστα της.
Όλη αυτή τη σκηνή με το λεωφορείο και τον εφιάλτη, θα την έκανε αργότερα διήγημα με τίτλο “Η λεωφόρος του θανάτου”. Δεν είχε τότε αντιληφθεί το πόσο συμβολικό ήταν εκείνο το όνειρο.
«Αχ, ρε Νικόλα. Ακόμη κι όταν σκέφτομαι φονιάδες εσένα θυμάμαι, εσένα και τις δίχως τελειωμό συζητήσεις μας.» Της ήρθε στο νου μια αληθινή ιστορία που της είχε διηγηθεί για κάποιο ιδιόρρυθμο άραβα περιπλανώμενο, που γνώρισε στο νησί. «Τα λόγια σου αντηχούν ακόμη μες στ’ αυτιά μου: Είχε σκοτώσει κάποτε, κι από τότε βρισκόταν σ’ ένα ταξίδι συνεχούς αυτοταπείνωσης, με τελικό προορισμό της εξιλέωση». Έτσι σου έλεγε. «Γυρνούσε, μου έγραψες, από τόπο σε τόπο χωρίς φίλους, χωρίς σπίτι, χωρίς πατρίδα. Κάθε νύχτα κτυπούσαν τις πόρτες των κλειστών του ματιών φρικτοί εφιάλτες. Κάθε νύχτα εξιλεωνόταν για το έγκλημά του».
Βούτηξε ξανά βαθιά, πολύ βαθιά, στο μαγκανοπήγαδο των σκέψεων της. Οι από μέσα της δαίμονες δεν την άφηναν να ησυχάσει. Τα μάτια ανοιγόκλειναν ανάλογα με τα τραντάγματα του λεωφορείου.
Ξαφνικά ο οδηγός αποφάσισε να σκοτώσει με μουσική τη σιγαλιά που νάρκωνε τις αισθήσεις της. Απ’ τα μεγάφωνα του λεωφορείου ήχησε ένα μπλουζ της μοναξιάς, διεισδύοντας βαθιά στα άβατα πεδία του ασύνειδου είναι της. Της φάνηκε πως έμοιαζε μ’ εκείνο το σπαρακτικό τραγούδι, που άκουσε να βγαίνει σαν κραυγή απόγνωσης από τα αλκοολούχα στήθια της Τζένιφερ Τζέισον Λη στο «Τζόρτζια». Ένα μπλουζ μπορεί να κρατήσει για ώρες και ώρες, για μια ζωή, έστω κι αν έχει ένα μόνο στίχο. Είναι όλο εκείνο το πάθος, όλος ο πόνος που αναδίνει, άμεσα ταυτισμένος απ’ τα βάθη των αιώνων με τη νέγρικη καρδιά, που διψά για ελευθερία. Η καρδιά της Σοφίας δεν ήταν νέγρικη, αλλά τριγύρω απ’ αυτήν είχε απλωθεί το βαθύτερο απ’ όλα τα σκοτάδια, το σκοτάδι της απώλειας του ανθρώπου που αγαπούσε. Ήταν βέβαια ζωντανός, κάποτε - ίσως και πολύ σύντομα μάλιστα - θα τον ξανάβλεπε, αλλά, τώρα που βρισκόταν στο πιο αποφασιστικό σταυροδρόμι της ζωής της τον ήθελε κοντά της.
Τα μπλουζ της μελαγχολίας πλανιόνταν ακόμη στην ατμόσφαιρα, κι εκτός απ’ αυτήν κανείς άλλος δε φαίνονταν να τα προσέχει: «Ο μισός κόσμος τρώει τον άλλο μισό, κι ο μίσος κόσμος έχει όλο το φαγητό, επειδή δεν υπάρχει αρκετή αγάπη τριγύρω…», τραγουδούσαν οι Μούτι Μπλουζ.
Ασυναίσθητα έβγαλε απ’ την τσέπη της ένα γράμμα - εξομολόγηση του Νικόλα: «… Προσπάθησα να βάλω τέλος στη ζωή μου. Σε μια απ’ τις πολλές φαντασιώσεις μου άκουσα μια φωνή να μου λέει ότι ο θάνατος είναι λύτρωση. Ευτυχώς, έζησα! Θέλω να πιστεύω ότι δε θα ξαναπάρω λάθος δρόμους στη ζωή μου. Δε θέλω να κάνω τη ζωή μου σκόνη. Πιο παλιά, την είχα κάνει τσόντα, με οπερατέρ την άσπρη και τους κίβδηλους πόθους… Βαρέθηκα τα όνειρα τα ανεβασμένα, τα όνειρα της σύριγγας, της σκόνης, του καπνού, τα αεροβατούντα. Απροστάτευτη, σα χελώνα δίχως σπίτι, ήταν η ψυχή μου. Έφτασα στην παραμεθόριο της μοναξιάς, και ευχαριστώ το Θεό - ή εκείνο το κάτι τέλος πάντων -, που βρέθηκες στο δρόμο μου εσύ, προτού προλάβω να περάσω τα μισητά σύνορα…».
Έβρισκε τα λόγια του ποιητικά. αλλά, ποιος δε βρίσκει ποιητικά τα λόγια ή τις σκέψεις ή και τις πράξεις, του προσώπου που αγαπά, όταν βρίσκονται στην κορυφή του ιστού της σημαίας του έρωτά τους;
Ήτανε χάρη στο - ή λόγω του - Νικόλα, που έκανε την πρώτη δημοσιογραφική έρευνά της με θέμα τα ναρκωτικά, την οποία κατάφερε να δημοσιεύσει και σε μια μικρής κυκλοφορίας εφημερίδα, εκτός από το περιοδικό του σχολείου της. Αυτά, τέσσερις μήνες πριν.
Δίπλωσε τα γράμμα και το ξανάβαλε στην τσέπη της. Το βλέμμα της έκανε και πάλι ένα γύρο στο χώρο. Στις προηγούμενες εντυπώσεις της, πρόσθεσε τώρα και το γεγονός ότι η μύτη του «φονιά» ήταν εξογκωμένη και κατακόκκινη. Χαμογέλασε στον εαυτό της. Ο Τζον Λένον τραγουδούσε: «Οι άνθρωποι λένε ότι είμαι τρελός, κάνοντας αυτά που κάνω, και μου δίνουν όλων των ειδών συμβουλές για να με σώσουν από την καταστροφή…».
Η μουσική συνεχιζόταν, τα χιλιόμετρα έφευγαν, οι σκέψεις έμεναν, μαζί και η θλίψη.
Σε λίγα λεπτά το λεωφορείο θα ’φθανε στο σταθμό. Σε λίγα λεπτά θε έβλεπε τους γονείς της. Σε λίγα λεπτά…
Σκεφτόταν την επερχόμενη κρίση. Ένιωθε πως θα τα ’βρισκε σκούρα, αλλά: «Εκείνοι που δε γνώρισαν δυσκολίες στη ζωή τους, δε γνώρισαν και τη μοναδική χαρά, την ευτυχία της υποσκέλισής τους. Και η ζωή τους μοιάζει σαν κάτι ξεχαρβαλωμένες μπότες, τις οποίες ντύνουν με δέρμα, αλλά οι ίδιοι μένουν ξυπόλυτοι. Πατάνε μόνο στο πεζοδρόμιο και στην άσφαλτο. Ποτέ στο χώμα, ποτέ στις πέτρες. Μόνο στα σίγουρα, μόνο στα μαλακά. Υπερβολή; Μα, υπερβολή είναι ότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε. Είναι η κοινή λογική του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά.»
Προσπαθούσε να συναρμολογήσει στη σκέψη της το παζλ της νέας ζωής που σύντομα θ’ άρχιζε. Οι προσπάθειές της όμως πήγαιναν στράφι. Έλειπαν πολλά κομμάτια ακόμη.


Προφανώς από κάποια παραδρομή, το λεωφορείο έφθασε στο σταθμό ακριβώς στην ώρα του. Σπάνιο φαινόμενο στη χώρα του: «το γοργόν και χάριν έχει» και του: «κάλλιο αργά παρά ποτέ.» Βέβαια, βοήθησε και η πεσμένη πάντα αυτή την εποχή τροχαία κίνηση.
Στις δέκα ακριβώς λοιπόν, ενώ το λεωφορείο σταματούσε στο προκαθορισμένο σημείο, είδε δύο γνώριμα πρόσωπα να την περιμένουν. Το ένα εξέπεμπε στοργή και αγάπη και το άλλο παγερή αδιαφορία.
Καθώς καθόταν στα τελευταία καθίσματα του λεωφορείου κατέβηκε μετά από όλους τους άλλους επιβάτες. Μπροστά της ήταν ο Ρασκόλνικοφ. «Αχά, δεν τον περιμένει η Σόνια,» χαμογέλασε, ικανοποιημένη στη σκέψη της.
Η μάνα της έτρεξε να την αγκαλιάσει, τη γέμισε με φιλιά και αγάπη, και της πήρε χωρίς να τη ρωτήσει τη βαλίτσα απ’ το χέρι. Ο γέρος της αρκέστηκε σ’ ένα ψυχρό «χμμ» και πρόσθεσε:
- Γυναίκες! Άντε βιαστείτε, άστε τα φιλιά για μετά. Τα φιλιά μπορούν να περιμένουν, η δουλειά όχι.
Στο δρόμο, που τώρα της ήταν γνώριμος, η μάνα της την έλουσε με ερωτήσεις για το πως πέρασε, τι έκανε, αν ήταν καλά η Ελπίδα, και ό,τι άλλο θα περίμενε ή δε θα περίμενε κανείς.
Απ’ την άλλη μεριά το… ψυγείο κρατούσε προσεκτικά το τιμόνι και σταθερά το λεβιέ των ταχυτήτων και δε φαίνονταν να τους δίνει καμιά απολύτως σημασία. Τι θα έχει να πει κανείς μαζί τους, άλλωστε;
Η νους του ήταν στη δουλειά. «Η δουλειά δουλειά και η διασκέδαση διασκέδαση», έλεγε, αν και κατά βάθος αγνοούσε τη σημασία της λέξης διασκέδαση. Η μόνη του χαρά ήταν ένα κουτί μετάδοσης εικόνων και ήχων, και ψευδών εντυπώσεων, περιορισμένο στην αποστολή των είκοσι ιντσών του.
Ο μεσήλικας γέρος δούλευε έξη ώρες την ημέρα και τις υπόλοιπες δεκαοκτώ τις αξιοποιούσε κοιμώμενος ή αραχτός στην πολυθρόνα του. Άστε που τα σαββατοκύριακα όντως ξεφάντωνε, αφού είχε δύο μέρες στη διάθεσή του, για να μην κάνει απολύτως τίποτα. Εκτός κι αν περίμεναν κάποιο συγγενή για φαγητό, οπόταν τον έπιανε το φιλότιμο της κοιλιάς και έψηνε κάτι στα κάρβουνα.
Που και που, όταν της την έσπαγε κυριολεκτικά με τον ηγεμονισμό και τα καμώματά του, έπαιρνε να τον κοροϊδεύει απαγγέλλοντας στα γαλλικά κάποιους στίχους του Ρεμπώ:

“…Κάθονται πάλι, με τις γροθιές πνιγμένες σε βρώμικα μανικέτια,
Στοχάζονται αυτούς που πάνω τους σηκώσαν
Κι απ’ την αυγή ως το βράδυ, τσαμπιά τσαμπιά οι αμυγδαλές,
Κάτω από πηγούνια βολοδέρνουν κακορίζικα μέχρι σκασμού.

Και σαν ο ύπνος ο γλυκός τα γείσα κατεβάσει,
Ονειρεύονται στο βραχίονα πάνω των γονιμοποιημένων τους καθισμάτων,
Αληθινές χαριτωμένες καρεκλίτσες ολόγυρα
Να κλείνουν γραφεία λεβέντικα…”

Το ποίημα είχε τον τίτλο «Οι καθιστοί», αλλά αν γραφόταν στις μέρες μας θα λεγόταν «Οι αραχτοί».

Μόλις μπήκαν στο σπίτι η Σοφία επικαλέστηκε ένα πονοκέφαλο - που ήταν μισή αλήθεια -, και θέλησε να κλειστεί αμέσως στο δωμάτιό της. Η μάνα της, που ήθελε να μιλήσουν, την ακολούθησε.
- Σοφία, τι σου συμβαίνει; τη ρώτησε μόλις κάθισαν στο κρεβάτι.
- Τίποτα, απλά είμαι κουρασμένη. Δεν κοιμήθηκα καθόλου χθες βράδυ και με πονάει άσχημα το κεφάλι.
Γιατί πάντα όταν μας απασχολεί κάτι και μας ρωτούν οι άλλοι τι είναι αυτό, απαντάμε: τίποτα; Πάντα το ίδιο ψέμα! Το ίδιο πασιφανές ψέμα! Και οι άλλοι το καταλαβαίνουν ότι είναι τέτοιο, είμαστε σίγουροι ότι το καταλαβαίνουν, κι όμως το λέμε. Ίσως αυτό το «τίποτα» να λέει περισσότερα από χίλιες λέξεις, από μια ολόκληρη ψυχολογική ανάλυση! Όταν λέμε «τίποτα» εννοούμε ότι: «Συμβαίνουν πολλά. Τόσα πολλά που δεν μπορείτε καν να τα διανοηθείτε. Φύγετε! Φύγετε και άστε με στη μοναξιά μου. Μόνο εγώ ξέρω. Μόνο εγώ μπορώ να τα βγάλω πέρα μ’ αυτό το “τίποτα”. Αφήστε με!».
- Σοφία, γιατί δε μου μιλάς; Ξέρω ότι κάτι σε απασχολεί. Μπορεί να ξεγελάς τον πατέρα σου, που έτσι κι αλλιώς δε δίνει δεκάρα, αλλά όχι και μένα.
- Αλήθεια λέω, θέλω να ξεκουραστώ.
Γιατί πάντα υποστηρίζουμε ότι λέμε την αλήθεια, ενώ στην ουσία εκείνο που προσπαθούμε να κάνουμε είναι με μικρά ψεματάκια, να αποφύγουμε τα μεγάλα ψέματα, που ίσως ακολουθήσουν;
- Ψέματα λες. Πάντα ήσουν ειλικρινής μαζί μου, γιατί θες να τα χαλάσεις όλα τώρα;
- Χμμ, εντάξει! Παραδέχομαι ότι πραγματικά κάτι με απασχολεί. Απλά δεν μπορώ να σου μιλήσω γι’ αυτό τώρα. Σε παρακαλώ μη με πιέζεις άλλο.
- Γιατί θέλεις να με πληγώνεις; Αν η ίδια σου η μάνα δεν είναι άξια της εμπιστοσύνης σου, τότε ποιος είναι;
- Έλα μάνα, μη βάζεις λόγια στο στόμα μου. Δεν είπα ποτέ εγώ πως δεν σε εμπιστεύομαι. Εξάλλου, όλα μου τα μυστικά τα ξέρεις. Πρώτα τα λέω όλα σε σένα, πάντα. Αλλά, να, τώρα με απασχολεί κάτι το οποίο θέλω να σκεφτώ η ίδια καλά, πριν να μιλήσω γι’ αυτό. Μην πάει ο νους σου στο κακό και μην αισθάνεσαι παραγκωνισμένη, απλά και μόνο επειδή θέλω να κρατήσω κάτι για λίγο, για τον εαυτό μου.
- Δε θέλω να σου γίνομαι βάρος. Είναι που σε νοιάζομαι και θέλω να σε βοηθήσω. Μπορώ να σε νιώσω, πίστεψέ με!
Τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν βιαστικά απ’ τα μάτια της ευαίσθητης μάνας. Το κεφάλι της ήταν αφημένο στο κεντημένο με λουλούδια μαξιλάρι της κόρης της. Τα δάκρυα της σιωπής έρεαν ασταμάτητα. Αν τα λουλούδια στο μαξιλάρι ήταν αληθινά, θα ’χαν μαραθεί απ’ το μητρικό πόνο.
Το δίλημμα ταλάνιζε το είναι της Σοφίας. Δεν ήξερε κατά πόσο έπρεπε να μιλήσει ή να επιμείνει στη σιωπή της. Το σίγουρο ήταν ότι δεν άντεχε να βλέπει τη μάνα της να κλαίει για κείνην.
Οι νόμοι του διλήμματος και της σιωπής κράτησαν για λίγες στιγμές τις αποστάσεις, ανάμεσα στις δυο τους. Μα, σαν το δάκρυ στέρεψε και οι λυγμοί βρήκαν καταφύγιο, η φωνή της μάνας ακούστηκε σιγανή, συμφιλιωτική επαναφέροντας την αρμονία στη σχέση τους, αν και η Σοφία δε θα ξεγλιστρούσε τόσο εύκολα, απ’ το μητρική περιέργεια.
- Μίλησέ μου Σοφία! Μη με κρατάς σε αγωνία. Ποιος ξέρει; μπορεί να σου βγει και σε καλό.
Η Σοφία πήγε να πει κάτι, αλλά μετά δίστασε.
- Έλα κορίτσι μου, μίλα, άσε τα όλα να βγουν από μέσα σου
- Δεν είναι κάτι το περίπλοκο. Απλά εγώ η ίδια δυσκολεύομαι να σ’ το πω. Δε μου βγαίνει.
- Έχει να κάνει με τον πατέρα σου;
- Και ναι και όχι.
- Πες μου λοιπόν!
Της μιλούσε ήρεμα και γαλήνια, και η Σοφία σιγά σιγά άρχισε να υποχωρεί.
- Να, έχω αποφασίσει κάτι για τη ζωή μου και δεν ξέρω πως θα το πάρει. Φοβάμαι τις εκρήξεις του.
- Κάτι; Σχετικά με τι;
- Με τη ζωή μου.
- Ε, τι; σκοπεύεις να παντρευτείς από τώρα;
- Όχι δα! Ούτε λόγος να γίνεται.
- Τότε;
- Ε, να, αποφάσισα να μην ασχοληθώ με τα λογιστικά.
- Ωχ, μανούλα μου! Από αλλού το περιμέναμε κι από αλλού μας ήρθε!
- Το ’ξερα ότι θα το ’λεγες αυτό.
- Και τι σκοπεύεις να κάνεις;
- Να γίνω δημοσιογράφος.
Η μάνα της ανατρίχιασε. Δημοσιογράφος; Δημοσιογράφος:
- Γιατί δημοσιογράφος ρε Σοφία μου; Γιατί κορίτσι μου;, αφού ξέρεις τι πιστεύει ο πατέρας σου για τους δημοσιογράφους!
Ο γέρος της είχε διαβάσει κάπου ότι: «Το χαμηλότερο βάθος στο οποίο μπορεί να ξεπέσει ο άνθρωπος μπροστά στο Θεό, χαρακτηρίζεται από τη λέξη δημοσιογράφος,» και της το έλεγε ξανά και ξανά, λες και ήταν δική του επινόηση. Κατά τα άλλα, δεν έχανε δελτίο για δελτίο ειδήσεων, με ιδιαίτερη ροπή προς εκείνα που έκαναν «την τρίχα ουρανοξύστη». Απ’ τη δική της πλευρά η Σοφία του ανταπέδιδε πάντα τα πυρά όταν γινόταν λόγος για τον ψηλομύτη ξάδελφό της, το δικηγόρο. Ήταν ο αγαπημένος ανιψιός του γέρου, και ο τελευταίος δεν έχανε ευκαιρία να μιλήσει για το ταλέντο και το «άψογον του χαρακτήρος του». Τότε η Σοφία του ’ριχνε το ντοστογιεφσκικό: «Οι δικηγόροι είναι νοικιασμένες συνειδήσεις,» κι ενώ ο γέρος γινόταν έξω φρενών αυτή κατέφευγε, μ’ ένα χαμόγελο ικανοποίησης στο δωμάτιό της.
- Δημοσιογράφος, γιατί μ’ αρέσει μάνα. Γιατί θέλω να μαθαίνω τα πάντα και θέλω να γράφω. Δε θέλω να θρηνήσω χαμένα όνειρα!
Άρχισε να ξεσπά.
- Δε θέλω να κάνω κάτι που θα με κάνει δυστυχισμένη. Δε θέλω να περάσω ολόκληρη τη ζωή μου μετρώντας λεφτά. Συνήθως κάνουμε ό,τι πριν κατακρίναμε! Ε, λοιπόν, δε θέλω να το κάνω αυτό. Ούτε νοικιασμένη συνείδηση θέλω να γίνω, ούτε και νοικιασμένο πλυντήριο ξεπλύματος χρήματος. Ούτε βέβαια, πληρωμένος κονδυλοφόρος. Θέλω να γίνω μια απλή δημοσιογράφος σ’ εφημερίδα. Ούτε στα περιοδικά, ούτε στο ραδιόφωνο, και σίγουρα όχι στην τηλεόραση. Δε θα μπορούσα ποτέ να εφεύρω σενάρια πολέμου, ρήξεις, συγκρούσεις και θερμά επεισόδια, για να προκαλέσω τα μεγάλα ποσοστά τηλεθέασης που συνεπάγεται ο πανικός. Θέλω απλά να είμαι αυτή που είμαι, και να κάνω αυτό που μου αρέσει, που με εκφράζει. Να γράφω μόνο την αλήθεια και να τη γράφω σωστά. Α, και να μην ασχολούμαι με την πολιτική. Θα προτιμούσα να πεθάνω παρά να ασχοληθώ με κάτι στο οποίο δεν πιστεύω…
Η κόλαση που κουβαλούσε μέσα της άρχισε να την καταβάλλει. Όλα όσα είπε τα είπε με μια ανάσα, σα να βιαζόταν να ξεφορτωθεί κάποιο μεγάλο βάρος που κουβαλούσε στην ψυχή της. Η μάνα της παρέμεινε να την κοιτάει για πολύ ώρα σιωπηλή. Κι όταν μίλησε:
-Σοφία τι είν’ αυτά που μου λες; Γιατί βάζεις στη μέση το θάνατο; Στη ζωή δε μας έρχονται όλα όπως τα θέλουμε. Αν σκέφτονταν όλοι όπως μου μίλησες τώρα εσύ, ο πληθυσμός της γης δε θα ήταν ούτε ο μισός. Όλοι οι άνθρωποι, κι εσύ μαζί, έχουν πίστη στη ζωή. Και όσο ζουν ελπίζουν. Αλίμονο αν χανόταν η ελπίδα.
- Οι άνθρωποι ζουν με την ελπίδα, και πεθαίνουν μ’ αυτή!
- Κορίτσι μου, τι μου λες; Είσαι στα καλά σου; Τα δάκρυα άρχισαν χοντρά, καυτά να γλιστρούν και πάλι απ’ τα έκπληκτα και συνάμα φοβισμένα μάτια της. Η Σοφία τη λυπήθηκε.
- Συγγνώμη μάνα! Μην κλαις. Σ’ το ’πα πως δεν είμαι καλά, αλλά δεν ήθελες να με ακούσεις. Πάνε τριάντα έξι ώρες να κλείσω μάτι… Έλα, σταμάτα. Μη μου δίνεις σημασία. Όλα θα πάνε καλά. Θα το δεις. Θα κοιμηθώ τώρα, για να καθαρίσουν οι σκέψεις μου απ’ την ομίχλη που έριξε πάνω τους η αϋπνία, κι όταν ξυπνήσω τα ξαναλέμε.
Είπε και πάλι ψέματα για να κουκουλώσει την αλήθεια, η οποία πονούσε. Πίστευε όλα όσα είπε πριν, όσο αυθόρμητα κι αν τα είπε, αλλά ήταν προτιμότερο να τα διαψεύσει, μια και η μάνα της δε θα μπορούσε ποτέ να καταλάβει.
Την κρατούσε για πολύ ώρα σφιχτά στην αγκαλιά της, και σιγά σιγά τα παρακάλια κι η στοργή έπιασαν τόπο, κι ο υδατοφράκτης τον δακρύων έκλεισε.
- Θέλω μόνο να μου πεις αν η απόφασή σου είναι τελειωτική.
Η φωνή της βγήκε βραχνιασμένη.
- Ναι μάνα, είναι.
- Και πότε σκοπεύεις να του το πεις;
- Το συντομότερο δυνατό. Ίσως κι απόψε.
- Δεν μπορείς να καθυστερήσεις λίγο, για να προετοιμάσω κάπως το έδαφος;
- Τι να σου πω; Δεν ξέρω. Τα μαθήματα αρχίζουν σε λίγες μέρες και θέλω να ξεκαθαρίσει αυτή η υπόθεση. Όσο πιο νωρίς, τόσο το καλύτερο. Δεν αντέχω πια αυτή την αγωνία.
- Εντάξει! Άσε να προσπαθήσω να του πω εγώ κάτι το απόγευμα και του μιλάς εσύ το βράδυ. Όμως, πες μου, αν αρνηθεί τι θα κάνεις;
- Δεν ξέρω μάνα. Τρομάζω μόνο με την ιδέα! Δεν ξέρω. Δε θέλω να το σκέφτομαι. Ό,τι είναι να γίνει ας γίνει.

Εκείνη τη στιγμή κτύπησε το τηλέφωνο, και η Σοφία αρπάζοντας την ευκαιρία έτρεξε να το σηκώσει.
- Ναι!
- Όχι!
- Ποιος;
- Έλα Σοφάκι, Μήτσος Calling!
- Δημήτρη μου! Τι έγινε; όλα καλά;
- Θαύμα, δεν τα ’μαθες;
- Να μάθω τι;
- Έβγαλε νέο δίσκο ο Στελάρας!
- Ο ποιος;
- Ο Καζαντζίδης ντε!
- Πες μου τώρα ότι με πήρες τηλέφωνο για να μου πεις αυτό το πράγμα!
- Ε, όχι δα. Καταρχήν καλωσόρισες… εκεί. Πως τα πέρασες;
- Μια χαρούλα. Ο Έβρος πως τα πάει;
- Πως να τα πάει; τρέχει!
- Τώρα μας διαφώτισες. Ο Νικόλας…
- Ποιος Νικόλας; Α, ναι, ο Νικόλας! Αυτός μου είπε να σε πάρω τηλέφωνο. Πήρα και χθες, αλλά δε σε βρήκα.
- Και…
- Μετά πήρα την Άννα και τα είπαμε.
- Δημήτρη, κόψε το!
- Θες να κλείσω; καλάαααα!
- Έλα ρε Δημήτρη, σου έδωσε ο Νικόλας κάποιο μήνυμα για μένα.
- Όχι, δε μου ’δωσε, αλλά μου το είπε. Αν δε μου έλεγε θα σε ’παιρνα;
- Ε, άντε λοιπόν. Αμόλα το!
- Να, ίσως βγει με άδεια σε καμιά δεκαριά μέρες, και ανυπομονεί να σε δει, και του έχεις λείψει και διάφορα άλλα γλυκανάλατα. Α, μου είπε επίσης πως σου έχει μια έκπληξη, αλλά αυτό μάλλον δεν έπρεπε να σου το πω. Κατά τα άλλα, καλά!
- Δημήτρη, ανησυχώ! Πως είναι;
- Σοφία, στ’ αλήθεια δεν ξέρω τι να σου πω.
- Εσύ πως τον βλέπεις;
- Τη μια είναι καλά, την άλλη όχι. Δεν ξέρω τι του συμβαίνει αλλά δείχνει ανήσυχος, και ίσως λίγο τρομαγμένος. Σαν κάτι να τον πνίγει. Όσες φορές προσπάθησα να τον κάνω να μου μιλήσει ήταν επιφυλακτικός. Μόνο όταν μιλάμε για σένα γίνεται διαχυτικός. Όλο η Σοφία αυτό, η Σοφία εκείνο, η Σοφία το άλλο, μου κοπανάει όλη μέρα. Και ανυπομονεί! Ανυπομονεί πολύ για το πότε θα πάρει άδεια για να κατέβει να σε δει. Λες και εξαρτάται απ’ την άδεια αυτή όλη του η ζωή…
- Πες μου τα όλα!
- Δεν ξέρω τι άλλο να πω… Δε θέλω να σε αναστατώσω δίχως λόγο. Δεν είμαι σίγουρος ότι του συμβαίνει κάτι κακό, αλλά νιώθω ότι έτσι είναι. Ξέρω πως κάτι τον ανησύχησε τις τελευταίες μέρες, αλλά δε βγάζει λέξη γι’ αυτό. Κλείστηκε πολύ στον εαυτό του, καπνίζει περισσότερο κι έγινε πολύ νευρικός. Α, και στα καλά καθούμενα άρχισε να γράφει, γράφει πολύ. Όταν το ρώτησα τι γράφει, μου είπε ότι είναι κάτι για σένα. Μόνο αυτό! Μια φορά που τον βρήκα να πνίγει τις σκέψεις του μες στη μπίρα, το ρώτησα τι του συμβαίνει, και μου απάντησε: «Με βρήκαν…» Μετά σώπασε…
- Και…
- Δεν υπάρχει και, αυτά είναι όλα. Το ξέρω πως σε ανησύχησα, αλλά, όσο κι αν αποφάσισα να μην το κάνω δεν μπόρεσα να τα κρατήσω όλ’ αυτά για τον εαυτό μου. Άλλωστε θα δεις το Νικόλα σύντομα, και καλύτερα να είσαι προετοιμασμένη ψυχολογικά για κάθε ενδεχόμενο.
- Η ιδέα και μόνο ότι θα τον δω είναι αρκετή, για να με ενισχύσει ψυχολογικά, Δημήτρη. Στο μεταξύ, όμως, πες του όταν με το καλό βγει να επικοινωνήσει πρώτα με την Άννα.
- Γιατί;
- Πάντα περίεργος, ε;
- Να μην ξέρω;
- Καλά. Απόψε θα έχω μια τετ-α-τετ συζήτηση με το γέρο μου και ίσως προκύψει καταιγίδα…
- Για ποιο πράγμα θα μιλήσετε;
- Θα του πω ότι αποφάσισα να γίνω δημοσιογράφος.
- Κατάλαβα, ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος θα αρχίσει από το σαλόνι του σπιτιού σου.
- Ε, μην τα παραλέμε!
- Καλά, θα του το πω. Τίποτα άλλο;
- Ω, όχι. Εσύ πότε υπολογίζεις να πάρεις άδεια;
- Δεν έχω ιδέα. Κι αν με πιάσουν στα πράσα να σου τηλεφωνώ από το γραφείο του λοχαγού, μάλλον θα βγάλω και το χειμώνα χωρίς άδεια. Ίσως με στείλουν και καμιά δυσμενή μετάθεση στην Αθήνα. Χε χε χε !
- Εντάξει, πήρα το μήνυμα. Σ’ ευχαριστώ για όλα. Τα λέμε. Γεια χαρά!
- Γεια μας. Όβερ!


Ακούμπησε το ακουστικό στη θέση του και ξάπλωσε στο κρεβάτι. «Έχει πλάκα ο Δημήτρης,» σκέφτηκε. Ο Δημήτρης ήταν ένας από τους κολλητούς του Νικόλα από τα παλιά. Ένας από τους «καθαρούς». Ο κύριος πλατύ χαμόγελο, όπως έλεγε η Σοφία. Η προσωποποίηση της ευθυμίας…
Σηκώθηκε! Άνοιξε τη βαλίτσα της, πήρε στα χέρια της τα γράμματα του Νικόλα και ξαναξάπλωσε. Το πρώτο γράμμα που ξεδίπλωσε ήταν γραμμένο προς το Νικόλα, και όχι από αυτόν. Ένα γράμμα που δεν του έστειλε ποτέ. Έγραφε:

Νικόλα μου!
Θέλω να ξέρεις ότι είσαι ένας άνθρωπος πολύ ξεχωριστός και πως για μένα σημαίνεις τα πάντα, αν υπάρχει αυτό που ονομάζουμε πάντα.
Θέλω να σε έχω κοντά μου και να μοιράζομαι μαζί σου την κάθε ώρα και στιγμή μου, την κάθε ανάσα και σιωπή μου.
Τώρα που είσαι τόσο μακριά μου νιώθω - όσο κι αν ακούγεται τρελό - πιο έντονη την παρουσία σου στον εσωτερικό μου κόσμο. Με γεμίζεις όπως τα ποτάμια γεμίζουν τις θάλασσες και τα αστέρια τον ουρανό. Είσαι το είναι που έψαχνα. Κι όταν μου λες πως μ’ αγαπάς… Ω, τότε, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο εξυψώνεται ψυχούλα μου!
Η αγάπη σου είναι το δώρο της ζωής για τούτο δω το κορίτσι, που κάθεται και σου ανοίγει λίγο λίγο διάπλατα τις πόρτες της ψυχής του.
Δεν ξέρω τι να σου πω, τι να σου γράψω Νικόλα μου! Τα λόγια είναι φτωχά. Θα ’θελα ετούτη δα τη στιγμή να μπορούσα να σου χαρίσω ένα βλέμμα, ένα χαμόγελό μου, για να σου πω δίχως λέξεις πόσο σ’ αγαπώ. Για να σου πω ότι είμαι εδώ για σένα. Για να σε χαϊδέψω με την αύρα του έρωτά μου.
Δάκρυα γεμίζουν τα μάτια μου, η ιερή ανατριχίλα διατρέχει το κορμί μου. Δεν μπορώ να σου γράψω τίποτ’ άλλο, δε θέλω να γράψω τίποτ’ άλλο. Ας μιλήσει η σιωπή…

Το γράμμα τέλειωνε εκεί. Με τα αποσιωπητικά που λέγανε πολλά. Η Σοφία το άφησε να γλιστρήσει από τα χέρια της, και έκλεισε τα μάτια. Η αϋπνία και η κούραση θέλησαν και πάλι να της παίξουν ένα απ’ τα κακόγουστα παιχνίδια τους, κι έτσι στα από μέσα μάτια της εμφανίστηκε η εικόνα της Μαρίας! Και τότε επιδόθηκε σε ένα ειρωνικό γιομάτο κακία γέλιο. Η Μαρία ήταν η πρώην κοπελιά του Νικόλα, και η Σοφία τη μισούσε. Τη μισούσε από τα βάθη της καρδιάς της. Πλήγωσε, μαχαίρωσε πισώπλατα τον άνθρωπό που τώρα αυτή αγαπούσε. Τη μισούσε, κι ας ήταν όλα χθες…
Ο Νικόλας ήταν με τη Μαρία για δύο ολόκληρα χρόνια. Της χάρισε μια ολόκληρη ζωή. Εκείνη τη ρούφηξε και τον πρόδωσε. Της άνοιξε την καρδιά του. Αυτή τη γνώρισε και τη μαχαίρωσε. Παρόλ’ αυτά, ο ίδιος ο Νικόλας δεν μπόρεσε ποτέ να τη μισήσει. Ίσως δεν υπήρχε χώρος για να μπει το μίσος στην καρδιά του, ή, ίσως να μην την αγάπησε ποτέ αρκετά, για να μπορέσει μετά να τη μισήσει.
Η Σοφία ωστόσο τη μισούσε θανάσιμα. Μέχρι που έφτανε να ισοπεδώνει τα πάντα. Κάθε τόσο έλεγε: «Αν ζούσε σήμερα η Μαγδαληνή, σε σύγκριση με όλες αυτές τις Μαρίες θα φάνταζε αγία, ακόμη και πριν να γνωρίσει τον Ιησού.» Πάντα έβρισκε περίεργους τρόπους για να εκφράσει τα συναισθήματά της.
Είναι θαρρώ κοινά αποδεκτό ότι μια γυναίκα μπορεί να μισήσει πολύ περισσότερο από ένα άντρα, και η Σοφία δεν θα αποτελούσε την εξαίρεση σ’ αυτό τον κανόνα.


Πήγε μεσημέρι. Η μάνα της κτύπησε απαλά την πόρτα για να της πει ότι το φαγητό ήταν έτοιμο. Της απάντησε ότι δεν πεινούσε, αλλά, πρόσθεσε, δε θα έλεγε όχι σ’ ένα καφέ. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να κρατήσει τον ύπνο μακριά από τα βλέφαρά της, αν και τα ματοτσίνορα, ανυπάκουα, κάθε τόσο έπαιρναν να κλείνουν. Τότε το κεφάλι της έγερνε λίγο, τρανταζόταν και συνερχόταν.
Ο ενισχυμένος διπλός καφές κατάφερε να τη συνεφέρει, όχι τόσο επειδή ήταν δυνατός, αλλά γιατί η ίδια πίστευε ότι έτσι θα γινόταν. Τα ’παμε: η πίστη μετακινεί βουνά. Η απιστία τι;
Πήρε να διαβάζει το τελευταίο γράμμα του Νικόλα, γραμμένο στο στρατώνα, μεσάνυχτα και κάτι Κυριακής, δυο βδομάδες πριν.

Σοφάκι μου!
Ο χρόνος λες κι έχει σταματήσει να κυλά από την ημέρα που αποχωριστήκαμε. Τον ερχόμενο μήνα ίσως πάρω άδεια. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο πολύ ανυπομονώ να σε δω. Αν σου ’λεγα πως σε σκέφτομαι θα ήταν ψέμα. Η αλήθεια είναι ότι σε σκέφτομαι συνέχεια. Κι όλο βλέπω το ρολόι: πότε θα περάσουν τα λεπτά, πότε θα περάσουν οι ώρες, πότε θα περάσουν οι μέρες, πότε θα σε ξαναδώ.
Νιώθω ότι οι δείκτες του ρολογιού μου, αυτού και μόνο, βάλθηκαν να μου βγάλουν την ψυχή απ’ την ανυπομονησία. Συνεχώς το βλέπω και συνεχώς δείχνει την ίδια ώρα. Κάθε λίγο ένας απ’ αυτούς κινείται λιγουλάκι, αλλά μετά μένει επ’ αόριστον καθηλωμένος στην καινούρια του θέση. Είναι να μην τρελαθεί κανείς;
Δεν κάνω για φαντάρος εγώ. Ούτε πως να κρατώ το όπλο καλά καλά δεν έχω μάθει ακόμη. Ο λοχαγός λέει ότι στο στρατό το όπλο είναι η γκόμενά μας. Εσύ, τι λες; Συμφωνείς; Πάντως, αν έχει δίκιο, εγώ λέω να του δώσω τη δικιά μου, για να μη μείνει κι ανέραστος. Χαχαχα.
Αχ, ρε Σοφία μου, όταν ο άνθρωπος δεν έχει τι να κάνει κάθεται και κοροϊδεύει τον εαυτό του. Μόνη μου παρηγοριά είναι τα γράμματά σου, οι ιστοριούλες και οι φιλοσοφίες σου. Ε, κι ο Δημήτρης. Λέμε καμιά ιστορία, κανένα ανέκδοτο πικάντικο και μη, με καρχαρίνια και άλλα ζώα, και περνά η ώρα.
Τώρα που το θυμήθηκα Σοφάκι, δε θα σ’ το συγχωρέσω ποτέ, που μου είπες ψέματα απ’ τις αρχές αρχές της σχέσης μας. Μου είχες υποσχεθεί ότι δε θα ζητούσες τίποτα από μένα, κι όμως, να που μου ζήτησες να κάνω για σένα την ύστατη θυσία: να διαβάσω ολόκληρο τον «Πόλεμο και Ειρήνη». Ποιος σου είπε ότι είμαι ήρωας; Το καλό που σου θέλω μη μου «επιβάλεις» να διαβάσω και την «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη. Ένας άθλος το χρόνο είναι αρκετός.
Βαρέθηκα, κορίτσι μου, βαρέθηκα. Δεν υπάρχουν και πολλά πράγματα να κάνει κανείς εδώ πέρα. Πλήξη, αφόρητη πλήξη. Κάποτε κάθομαι και σκαρώνω κάτι στιχάκια για να σκοτώσω λίγο το χρόνο. Το ξέρω ότι δε γράφω καλά, αλλά τουλάχιστον η ώρα περνάει. Τι να κάνω; Ο καθένας στο είδος του κι ο… τύπος στους καφέδες του.
Είδες προχθές που τα κανάλια κήρυξαν τον πόλεμο με την Τουρκία; Τρελαθήκαμε εντελώς. Οι καναλάρχες ορίζουν πια τη ζωή μας. Οργίζομαι αγάπη μου, οργίζομαι! Ποιοι είναι αυτοί που θέλουν να μας σύρουν στον πόλεμο; Ποιοι είναι αυτοί που ξέρουν ποιο είναι το συμφέρον μας. Δεν είναι οι ίδιοι που με την πρώτη δυσκολία θα την κοπανήσουν απ’ τη χώρα; Η πολιτική πέθανε. Ζωντανοί είναι μόνο εκείνοι που τρώνε στ’ όνομά της, οι πανφάγοι, όπως θα έλεγες κι εσύ! Ε, και τα κανάλια, που βάζουν τον πόλεμο στα σπίτια μας απ’ τα παραθυράκια τους. Τελικά, κι ο πόλεμος είναι θέμα τηλεθέασης. Ρουφήχτε μάτια ξεφτίλα σε τιμή, ψυχολογικής, προσφοράς. Σκλαβώνουνε τα όνειρά μας σε μποχοφόρες οθόνες μετρημένων ιντσών και τους λέμε και ευχαριστώ!
Κάτι τέτοιες στιγμές, που νιώθω την αγανάκτηση να με πνίγει, θυμάμαι τις καπνοστόλιστες, όπως τις λέγαμε, συζητήσεις μας. Πως με άντεχες Σοφία; Και πως με καταλάβαινες; Μόνο οι πολύ μεγαλύτεροι και οι πολύ μικρότεροί σε ηλικία από μένα, μπορούσαν να με καταλάβουν: εσύ, η Άννα, η Κολέτ και η Ελένη. Ποιος θα το ’λεγε ότι κάποια μέρα το κορίτσι μου θα ήταν επτά ολόκληρα χρόνια μικρότερη μου, και οι καλύτερές φίλες μου, δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερες. Πάντα ήμουνα περίεργο ον!
Πάντως, εδώ στο στρατό, αντιλήφθηκα ότι υπάρχουν πολλοί που σκέφτονται σαν και μας, κι ας μην τολμούν να το ομολογήσουν. Ξέρεις, άτομα που νιώθουν την ανάγκη να είναι ειλικρινείς, να λένε τα πράγματά με τ’ όνομά τους, που θέλουν να ακολουθήσουν το δρόμο που οι ίδιοι θα διαλέξουν. Κι όμως, δεν το κάνουν!
Η κοινωνία μας έχει γεμίσει σκατά. Όλοι έχουν γίνει ένα με το κατεστημένο. Πάρε απ’ τη μουσική ως τους δήθεν επαναστάτες. Οι πρώην φανατικοί ροκάδες γυρνάνε στα σκυλάδικα, οι πρώην επαναστάτες είναι οι νυν βολεμένοι. Όλοι ένα και το αυτό, όλοι ένα τίποτα!
Μας έχουν κλείσει τα μάτια. Φοράμε παρωπίδες. Λέμε: «Ονειρεύομαι άρα κοιμάμαι» αντί «Ονειρεύομαι άρα ζω». Αγωνιζόμαστε όλοι για να γίνουμε υπεράνθρωποι. Μας μαθαίνουν να ξοδευόμαστε για το αύριο, το αύριο, το αύριο. Αλλά, το αύριο ίσως να μην έρθει ποτέ. Μας διδάσκουν πως να ζούμε έντονα το αβέβαιο μέλλον και δε μας αφήνουν χρόνο για να ζήσουμε το παρόν, το τώρα. Μας κλειδαμπαρώνουν στα λεκτικά μελλοντολογικά τους φρούρια, στο όνομα της ελευθερίας. Όμως δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ελευθερία, όσο υπάρχουν πόρτες που την κλείνουν απ’ έξω.
Ώρες ώρες νιώθω σαν κάποιους τρελούς που κοιτάνε τ’ αστέρια το βράδυ φορώντας γυαλιά του ήλιου. Είμαστε όλοι τυφλοί, διεφθαρμένοι ως το κόκαλο, ξεφτίλες, αλλά το μπορντέλο της ψυχής, ζητάει αγιοσύνη.
Όλοι αυτοί που ορίζουν τις ζωές μας, νομίζουν ότι μας κάνουν καλό, είναι σίγουροι - οι άθλιοι - πως μας βοηθάνε. Ωστόσο, δε μας δίνουν το μίτο της Αριάδνης αλλά, το λαβύρινθο, και άντε να ξεμπλέξεις. Μας χαρίζουν τη χαρτοφυλακένια αγάπη τους μ’ αντάλλαγμα τα όνειρά μας. Όπως έλεγε κι ο Αλ, ο μοναδικός σοφός άνθρωπος που έχω γνωρίσει: «Τα πιράνχας της πολιτικής καταβροχθίζουν αδυσώπητα τις πιρόγες της σωτηρίας…»
Μας λένε: «Δες το λογικά,» εννοώντας το καθημερινό παράλογο που ζούμε. Τελικά, ίσως να είμαστε όλοι πρόβατα, και να ψάχνουμε το βοσκό που θα μας καθοδηγήσει. Πως αλλιώς να μας περιγράψει κανείς;
Όλα, όλα είναι ένα ψέμα. Μακάρι να γινόταν έστω και μια από τις ουτοπίες μας πραγματικότητα. Έτσι ίσως να αποκτούσε και πάλι η ζωή το χαμένο της νόημα. Μακάρι να μπορούσε να γίνει πραγματικότητα, έστω και για λίγο, η ουτοπία της ποιητικής επανάστασης, της ποιητικής αστυνομίας.
Αν θυμάσαι, δήλωνα κάποτε πως ήμουν αναρχικός. Όχι πια! Τώρα που μελέτησα και έμαθα τα πάντα για την αναρχία, αντιλήφθηκα το λάθος μου. Δεν ήμουν αρκετά αθώος για να είμαι αναρχικός. Η καλοσύνη που απαιτεί η αληθινή αναρχία είναι εξωπραγματική. Απαιτεί την πλήρη κατάργηση του εγώ, σ’ ένα κόσμο που το εγώ είναι το παν. Τώρα, όταν συναντώ κάποιο και μου λέει ότι είναι αναρχικός, του λέω: «Όχι δεν είσαι!». Όταν του εξηγώ το γιατί, συμφωνεί μαζί μου, πηγαίνει πιο κάτω και λέει: «ΕΓΩ, είμαι αναρχικός».
Αναρχικοί υπάρχουν μόνο στα βιβλία. Τουλάχιστον εκεί, ένα περίπου ξέρουν σε τι πιστεύουν. Υπάρχουν και κάποιοι περιπλανώμενοι που φθάνουν κοντά στην ιδέα, απλά και μόνο για να αντιληφθούν τα όρια της αντοχής τους.
Ο Αλ τέτοιος τύπος ήταν. Γνώρισε τη σοφία του δρόμου πολλών λαών. Γύρισε πολλές, αμέτρητες χώρες με τα πόδια, και ανακάλυψε τις αλήθειες που κάνουν τον ένα λαό να ξεχωρίζουν από τον άλλο. Κι όσο για την αναρχία: «Όσο υπάρχει χρήμα δεν μπορεί να υπάρξει αυτή», μου είπε, κλείνοντας μέσα σε λίγες μόλις λέξεις αυτό το κεφάλαιο.
Μιλώ ξανά και ξανά για τον Αλ, αλλά όσα και να σου πω όσα και να σου γράψω θα είναι λίγα. Ο άνθρωπος αυτός είχε καθαρό μυαλό, και είχε την ικανότητα να βλέπει πολλά, τόσο από το παρόν όσο κι από το παρελθόν και το μέλλον και να τα βλέπει καθαρά. Αν θυμάμαι καλά, σου είχα πει ότι κατέγραψα όλες τις συνομιλίες μας, εκείνης της μοναδικής νύχτας του φωτός σε κασέτες. Ετούτες τις κασέτες λοιπόν, τις ακούω συχνά, μια ή δυο κάθε βράδυ. Άλλες φορές χαίρομαι κι άλλες τρομάζω.
Σοφάκι, συγγνώμη που σου γίνομαι βάρος, αλλά ξέρεις πως νιώθω όταν θέλω να μιλήσω και δε βρίσκω κανένα για να τα πω. Θέλω να ξέρεις ότι, παρόλη την απόσταση που μας χωρίζει σε νιώθω κοντά μου. Φτάνει να κλείσω τα μάτια και… να ’σαι εδώ! Τις νύχτες πριν κοιμηθώ είσαι η τελευταία σκέψη μου, και το πρωί σαν ξυπνήσω η πρώτη. Καμιά φορά, όταν βρίσκεται κανείς για να γρατσουνίσει την κιθάρα για να τραγουδήσουμε, αν τύχει κανένα κομμάτι απ’ τα αγαπημένα μας σε σκέφτομαι, και δακρύζω από μέσα μου! Έτσι πρέπει, από μέσα μου. Η περηφάνια κι ο εγωισμός των αντρών δεν τους επιτρέπει να κλαίνε μπροστά σε άλλους άντρες, κι ας έκλαψαν χιλιάδες φορές στην αγκαλιά ή όχι μιας γυναίκας. Τι αρρωστημένη αντίληψη κι αυτή: να θεωρούμε το συναίσθημα αδυναμία ή σαν κάτι το κατακριτέο!
Χθες ψιλόβρεξε, και θυμήθηκα εκείνη τη φορά, που περπατούσαμε, χέρι χέρι σιωπηλοί, αβίαστα μες στη βροχή. Άλλοι έτρεχαν να γλιτώσουν απ’ το μουσκίδι την αγάπη τους, αλλά εμείς δε νοιαζόμασταν. Περπατούσαμε σαν αερικά, σα να ήμασταν μέσα στα σύννεφα, και νιώθαμε ευτυχισμένοι.
Όλη εκείνη την περίοδο τη θυμάμαι σαν ένα όνειρο. Ένα όνειρο πολύ καλό για να ’ναι αληθινό, αλλά που ήταν. Ακόμη με βασανίζει η απορία, τι μου βρήκες! Ήμουν ένας χαμένος, με τη σημασία της λέξης. Κι όμως στάθηκες δίπλα μου και με στήριξες. Πάνω που νόμιζα πως είχα ξεχάσει τι πάει να πει ν’ αγαπάς και ν’ αγαπιέσαι.
Πόσο θα ’θελα να μπορούσα να γνωρίσω από άκρη σ’ άκρη την ψυχή σου. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει άντρας που γνώρισε πέρα ως πέρα μια γυναικεία ψυχή. Αντίθετα, πιστεύω ότι για τις γυναίκες δεν είναι τόσο δύσκολο να γνωρίσουν την ψυχή ενός άντρα…
Ξέρεις τι έχω προσέξει για τις γυναίκες; Ότι, σα φτάσουν και αγαπήσουν αληθινά, από καρδιάς έναν άντρα, ακόμη κι αν δεν είναι μαζί του, ακόμη κι αν χώρισαν με το χειρότερο τρόπο, κάπου στην ψυχή τους υπάρχει μια ξεχωριστή γωνίτσα, που ανήκει αποκλειστικά σε κείνον. Μπορεί να είναι ο χειρότερος χαρακτήρας, μπορεί να τους κάνει τη ζωή ποδήλατο, μπορεί μπροστά στα ίδια τους τα μάτια να αλλάζει τις γυναίκες σαν τα πουκάμισα, αλλά από τη στιγμή που ήταν κάποτε δικός τους, δεν παύουν να τον αγαπούν, και να ελπίζουν ότι κάποια μέρα θα γυρίσει και πάλι κοντά τους.
Υπάρχουν άλλες που το μόνο που ψάχνουν στη ζωή τους είναι η σιγουριά, αλλά στο τέλος τρώνε μια γερή καρπαζιά. Είναι εκείνες οι κάποιες που αφήνουν κάποιο που τις αγαπά πραγματικά, για να ριχτούν στην αγκαλιά ενός άλλου, που τους δίνει απλά μεγάλες υποσχέσεις. Ο τελευταίος μόλις τις βαρεθεί, θα τις αφήσει στα κρύα του λουτρού, κι αυτές απελπισμένες θα στραφούν προς τον πρώτο. Μα, ως συνήθως, θα είναι ήδη αργά, το πουλί θα έχει ήδη πετάξει!
Τέλος είναι και κείνες που αιωρούνται ανάμεσα σε δυο «υποψήφιους», για να καταλήξουν τις περισσότερες φορές στη λάθος επιλογή, προσπαθώντας να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα. Απ’ τη μια μεριά, βλέπεις, είναι κάποιος που την αγαπά και δεν το δείχνει, καταπιέζει τα συναισθήματά του, επειδή είναι κι ο άλλος στη μέση. Εκείνος ο άλλος εκφράζει συνεχώς τα συναισθήματά του - όσο αληθινά ή ψεύτικα κι αν είναι. Μπροστά στο αβέβαιο μέλλον που αντιμετωπίζει με τον πρώτο, προτιμά τη σιγουριά του δεύτερου. Έλα όμως που αυτός είναι ένας πληκτικός άνθρωπος, που οι εμπνεύσεις του εξαντλούνται τόσο γρήγορα όσο του έρχονται, ενώ ο πρώτος δε θα την άφηνε να πλήξει ποτέ. Πλήξη ή μη πλήξη καταλήγει με το δεύτερο και ζει μια εφήμερη σχέση, που στην καλύτερη - ίσως - περίπτωση, θα οδηγήσει σ’ ένα υποχρεωτικό γάμο. Και πάνε τα νιάτα της, πάνε την άφησαν.
Τίποτα δεν τρομάζει περισσότερο τη γυναίκα όσο κάτι που δεν μπορεί να κατονομάσει. Σίγουρα υπάρχουν κι άλλες υπό-ομάδες, αλλά για να μη νομίζεις ότι από φαντάρος σου προέκυψα Φρόιντ, θα κλείσω εδώ. Αλήθεια, νομίζεις ότι κάτι απ’ όλα αυτά που έγραψα πιο πάνω ανταποκρίνεται στη δική σου, γυναικεία, πραγματικότητα;
Σε λίγο ξημερώνει, και αν σε ξέρω καλά, αυτή τη στιγμή θα είσαι κι εσύ ξύπνια. Εύχομαι να σκέφτηκες κάτι καλό για να γράψεις. Πιστεύω ότι αν κατέγραφες κάθε τι που λέγαμε και μετά ξεδιάλεγες τα πιο σημαντικά σημεία θα ’βγαινε κάτι καλό. Ξέρω ότι έχεις γράψει πολλά, αλλά, όσα περισσότερα, τόσο το καλύτερο.
Οι παντογνώστες μεσήλικες γέροι μας έχουν για ανεγκέφαλους, και ανίκανους να συζητήσουμε για οτιδήποτε. Για πόσα και πόσα πράγματα δε μιλάνε οι νέοι μεταξύ τους! Κι όμως όλα αυτά δεν τα λαμβάνει τελικά, κανένας - απ’ τους γέρους - υπόψη του.
Ίσως να ακούγεται απόλυτο Σοφάκι, αλλά ίσως τελικά να φταίει για όλα η τηλεόραση, που ως συνήθως μας πλασάρει κακέκτυπα μιας μη πραγματικής ζωής. Προβάλλουν κάτι και προσπαθούν να μας πείσουν ότι πράγματι αυτό θέλουμε να δούμε. Μέχρι που τους πιστεύουμε, και στο τέλος μας αρέσει κιόλας! Ποτέ δεν το περίμενα πως θα ερχόταν μια μέρα που θα έλεγα: «Ευτυχώς που υπάρχει και η κρατική τηλεόραση!» Μπροστά στις ιδιωτικές μπούρδες, τα κρατικά κανάλια φαντάζουν σα σανίδες τηλεοπτικού φωτός. Πρέπει να κάνουμε καμιά εκστρατεία για να βλέπουν όλοι Ελληνική ΤηλεΌαση.
Πριν απ’ αυτό όμως, πήγε έξη, και πρέπει να πάω να ξυπνήσω τα παιδιά. Θα δώσω το γράμμα στο Μήτσο, που πηγαινοέρχεται στο τάγμα, και ελπίζω να καταφέρει να το ταχυδρομήσει σήμερα.
Σοφάκι μου, σε αφήνω. Να ’σαι πάντα καλά και να με σκέφτεσαι, όπως σε σκέφτομαι κι εγώ, και σ’ αγαπώ. Μείνε εσύ, κορίτσι μου. Μείνε εσύ!

Με πολλή αγάπη,
Ο Νικόλας σου!

Η Σοφία άφησε το γράμμα να γλιστρήσει απ’ τα χέρια της πάνω στο κρεβάτι, κι έκλεισε τα μάτια βυθισμένη σε μια μεθυστική κατάσταση ευδαιμονίας. Πάντα ένιωθε έτσι όταν διάβαζε τα γράμματα του Νικόλα, ακόμη και στα πιο μελανά τους σημεία - αν και της θύμιζαν που και που, αγορεύσεις παρ’ ολίγον δικηγόρου, όπως έλεγε κι ο ίδιος. Πίστευε ότι μέσα από αυτά επικοινωνούσε ψυχικά με τον άνθρωπό της.
Εκείνη, τα γράμματά της, τα έγραφε διαφορετικά, κουβεντιαστά, λες και τον είχε μπροστά της. Και κάθε γράμμα το ’κλεινε με εκείνο το τόσο χαρακτηριστικό: «Χωρίς εσένα τίποτα». Για κείνην η ζωή άρχιζε και τέλειωνε σ’ εκείνο το πρόσωπο, του αγαπημένου της. Ο Νικόλας ήταν η απόλυτη αλήθεια της.
Σε λίγο, πήρε το γράμμα, το ’βαλε στο φάκελο, και το τοποθέτησε μαζί με όλα τ’ άλλα στη βαλίτσα. Δεν την είχε αδειάσει. Τα είχε αφήσει όλα όπως ήταν. Έπρεπε να κοιμηθεί, αλλά δεν ήθελε. Ο ύπνος θα ’ταν ίσως μια διέξοδος για κείνην, αλλά δε θέλησε να τη χρησιμοποιήσει.
Τα μάτια της πήραν να ανοίγουν και να κλείνουν κατά βούληση. Έβλεπε παράξενα όνειρα τα οποία ξεχνούσε στη στιγμή, αφού κι ο ύπνος της δεν κρατούσε περισσότερο. Ώρες ώρες ένιωθε πως βρίσκεται μέσα σε μια δίνη, κι έβλεπε πρόσωπα και εικόνες να στροβιλίζονται γύρω της με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Όλα. Όλα μαζί. Γύρω. Γύρω. Σαν απόσπασμα από τους «Γεννημένους Δολοφόνους»!
Αυτό δεν κράτησε για πολύ ώρα και πετάχτηκε πάνω καταϊδρωμένη. Οι εφιαλτικές, όπως της φάνηκαν, ώρες δε διήρκησαν παρά λίγα λεπτά.
Άκουσε ένα ελαφρύ κτύπημα στην πόρτα. Η μάνα της ήθελε να δει αν ήταν ξύπνια. Δεν απάντησε. Το τελευταίο πράγμα που χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή ήταν να μιλήσει. Αμέσως μετά, άκουσε βήματα να απομακρύνονται. Αναστέναξε με ανακούφιση.
Σηκώθηκε και πήρε το «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι για να το διαβάσει για πολλοστή φορά. Προτού διαβάσει μια σελίδα όμως, κατάλαβε ότι ήταν πολύ βαθύ για να το κατέβει, στην κατάσταση που βρισκόταν. Το παράτησε λοιπόν στο προσκεφάλι της και σύντομα παραδόθηκε σ’ ένα βαθύ και δίχως όνειρα ύπνο.
Όταν ξύπνησε, ήταν περασμένες οκτώ. Ο γέρος θα καθόταν στο θρόνο του στο σαλόνι. Ο άγαρμπος ήχος απ’ την τηλεόραση έφτανε μέχρι τ’ αυτιά της. Παρακολουθούσε μια από κείνες τις μεξικάνικες χαζοσαπουνοφουσκόπερες, που κάνουν θραύση.
Σηκώθηκε βιάστηκα και κίνησε για το λουτρό για να σαπουνίσει τις σκέψεις της. Το μυαλό της έπρεπε να είναι καθαρό και έτοιμο για κάθε ενδεχόμενο. Ειδικά για κείνο που φοβόταν όσο τίποτ’ άλλο.
Αστειευόμενη με τον εαυτό της αποφάσισε να κάνει ντους με κρύο νερό, ώστε να είναι έτοιμη για την επερχόμενη ψυχρολουσία. Το νερό έτρεξε άφθονο, κρύο, καθάριο, αλλά δεν κατάφερε να ξεπλύνει τις ανησυχίες της. Άλλωστε σε λίγες μόλις στιγμές θα σήμαινε η πιο αποφασιστική ώρα της ζωής της. Πως μπορεί κανείς να είναι ψύχραιμος κάτω από τέτοιες περιστάσεις;
Επέστρεψε στο δωμάτιό της και άρχισε να ντύνεται με όσο πιο αργόσυρτες κινήσεις μπορούσε. Μπλου τζιν, καλτσάκια, αθλητικά παπούτσια, μαύρο μπλουζάκι. Οι κινήσεις της, αργές, νωχελικές, παρέτειναν την αγωνία της, η οποία στιγμή τη στιγμή έφτανε στο αποκορύφωμά της.
Προσπαθούσε να συγκεντρώσει σ’ ένα σημείο τις σκέψεις της, να τις βάλει σε τάξη, μα όλο της ξέφευγαν. Είναι κάτι τέτοιες στιγμές που οδηγούν κάποιο άνθρωπο στη φρόνηση ή στην τρέλα.
Στάθηκε μπροστά από τον καθρέφτη που αντανακλούσε το χλωμό της είδωλο, και προσπάθησε να ζωγραφίσει στα χείλη ένα χαμόγελο. «Είναι ωραίο να χαμογελάς, φτάνει τα χαμόγελό σου να μην είναι ψεύτικο», σκέφτηκε. μα, τούτο δω το δικό της ήταν, και δεν άργησε να σβήσει. Το πρόσωπό της φάνταζε κιτρινωπό, και τα μάτια έμοιαζαν έτοιμα να πεταχτούν έξω από τις κόγχες τους.
Έφτιαξε τα μαλλιά της όσο πιο απλά μπορούσε, απλά και μόνο επειδή δεν είχε καμιά όρεξη να τα φτιάξει περισσότερο.
Ένα μικρούλι συναίσθημα αισιοδοξίας ήρθε να τη συναντήσει, μα σαν την είδε έτσι φοβήθηκε, και την έκανε κοπάνα.
Λίγο πριν τις εννιά μάζεψε όσες δυνάμεις είχε, τις έβαλε στα πόδια της, τα πήρε, και κατευθύνθηκε προς την αίθουσα του θρόνου.

Οι ειδήσεις δεν είχαν ακόμη τελειώσει. Η μάνα της είχε το μόνιμο ύφος που έπαιρνε στη διάρκεια του δελτίου: σα να της έκλεψαν το νυφικό λίγο πριν απ’ το γάμο, ενώ ο γέρο αφέντης χαμογελούσε χαιρέκακα. Προφανώς κάποιοι σφυροκοπούσαν την κυβέρνηση κι αυτός το διασκέδαζε. Το περίεργο ήταν ότι τους είχε ψηφίσει κιόλας. Τη μια ψήφιζε ΠΑΣΟΚ την άλλη Ν.Δ., ανάλογα με ποιο ανεδείκνυαν πρώτο κόμμα πριν τις εκλογές, οι δημοσκοπήσεις.
Η μάνα της κατά κανόνα, αντιμετώπιζε τις ειδήσεις σαν τρομαγμένο κουτάβι. Κάτι ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία, κάτι οι φόνοι, κάτι οι φωτιές, οι σεισμοί, οι απαγωγές λεωφορείων, τα ναρκωτικά, όλα την τρομοκρατούσαν. Μια φορά μάλιστα που οι δαιμόνιοι ρεπόρτερ ανακάλυψαν ότι αρχίζει πόλεμος με την Τουρκία, έμεινε ξύπνια ολόκληρη τη νύχτα, δοξάζοντας χριστοπαναγίες.
Βροχές προβλέπει για αύριο η μετεωρολογική υπηρεσία… «που σημαίνει ότι δε θα υπάρχει σύννεφο ούτε για δείγμα στον ουρανό», σκέφτηκε, καθώς το δελτίο ειδήσεων, μετά χρηματιστηρίων και κλάδων έφτανε στο τέλος του.
Ακολούθησε η αναμενόμενη σιωπή. Το μάτι του γέρου γλίστρησε στιγμιαία προς το μέρος της, προτού βιαστεί να ξαναγυρίσει στην τηλεθέασή του.
Η μάνα της προφανώς του είχε μιλήσει, γιατί σ’ αντίθεση με τη συνήθη παγερή αδιαφορία του, τώρα φαινόταν λίγο ανήσυχος. Σα να περίμενε κάτι να συμβεί.
Η σιωπή συνεχιζόταν καθώς μπροστά απ’ τα μάτια τους περνούσαν απορρυπαντικά για ρούχα λευκότερα απ’ τα λευκά, αυτοκίνητα με 0% επιτόκιο για δώδεκα μήνες, γραβάτες για γυμνά στήθη, γραμμάτια του δημοσίου, ΙΕΚ, παγωτά και σερβιέτες.
Τον πάγο έσπασε τελικά ο ένοικος της πολυθρόνας, επειδή προφανώς δεν ήθελε να χάσει το σήριαλ που θα άρχιζε σε λίγο.
- Που ήσουνα όλη αυτή την ώρα;
- Κοιμόμουνα!
- Κοιμόσουνα; Και τι έκανες όλη τη νύχτα χθες και δεν κοιμήθηκες;
- Τίποτα. Είχα αϋπνίες.
- Τι αϋπνίες και κουραφέξαλα μου σέρνεις τώρα! Δε σου ’χω πει χίλιες φορές να κοιμάσαι τα βράδια; Όσο κι αν κοιμηθείς την ημέρα, με τίποτα δεν μπορείς να αναπληρώσεις τον ύπνο της νύχτας. Σίγουρα διάβαζες, ε; Πάντα όταν πας στης γριάς τα ίδια κάνεις. Άμα θες να διαβάζεις διάβαζε τη μέρα, και μόνο όταν έχεις χρόνο… Ε, ορίστε, πες κάτι, γιατί σιωπάς;
- Να πω τι;
- Η μάνα σου μου ’πε ότι θες να μου μιλήσεις…
- Ναι!
-Ε, μίλα. Φτάνει να μην είναι καμιά από κείνες τις περίεργες ιδέες, που σε κτυπούν κάθε τόσο στα καλά καθούμενα στο κεφάλι και με κάνεις και βγαίνω έξω απ’ τα ρούχα μου.
Η Σοφία ένιωσε να χάνει τη μιλιά της. Κόμπιασε. Δεν ήξερε τι να πει. Μάλλον, ήξερε, αλλά δεν ήξερε πως να το πει.
- Είναι, είπε κομπιάζοντας, ανατριχιάζοντας προκαταβολικά για τις αντιδράσεις.
- Είναι; Τι εννοείς μ’ αυτό το είναι;
- Αυτό που θα σου πω είναι κάτι που θα σ’ ενοχλήσει.
- Αν είναι έτσι, καλύτερα να μη μου το πεις. Ορίστε μας. Δεν μπορεί κανείς ποτέ να βρει την ησυχία του. Νυχτοξημερώνομαι στη δουλειά για χάρη της κυρίας, κι έρχεται τώρα εδώ σκόπιμα, για να με αναστατώσει. Μην το πεις. Χίλιες φορές, μην το πεις… Αλλά, πες το, πες το να τελειώνουμε, να μη χάσουμε και…
- Αποφάσισα να γίνω δημοσιογράφος, φώναξε ξαφνικά, με μια πνοή η Σοφία και σώπασε.
- Τι έκανε λέει; Δημοσιογράφος; Δε θα είσαι στα καλά σου, μου φαίνεται. Δημοσιογράφος; ακούς εκεί! Ξέρεις τι είναι ο δημοσιογράφος; ξέρεις, άσ’ τα. Ούτε να το σκέφτεσαι. Μόνο πάνω από το πτώμα μου. Όσο βρίσκεσαι σ’ αυτό το σπίτι θα κάνεις ό,τι σου λέω εγώ. Να ’τα μας! Ακόμη δεν έμαθε να ξεχωρίζει την κότα από το αυγό, κι άρχισε να μας παίρνει αποφάσεις η πιτσιρίκα. Να σκοτώνεσαι στη δουλειά για λόγου τους, και να το ευχαριστώ! Εμείς, στον καιρό μας…
- Άρχισε το σήριαλ, τον διέκοψε ξαφνικά! Σηκώθηκε κι έφυγε απ’ το δωμάτιο το ίδιο βιαστικά. Το ’ξερε ότι μόλις θα άκουγε τη φράση «στον καιρό μας», η υπόθεση θα ήταν χαμένη. Έτρεξε στο δωμάτιό της και τράβηξε πίσω της την πόρτα που έκλεισε με κρότο.
Ούτε ίχνος από δάκρυ δε φάνηκε στα μάτια της. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και βυθίστηκε για λίγο σε σκέψεις. Την πόρτα άνοιγε και πάλι του παρελθόντος. Συγκεχυμένες εικόνες δίχως συνοχή περνούσαν απ’ τα μέσα της μάτια, αλλά αυτό δεν κράτησε για πολύ. Έπρεπε να ασχοληθεί με το τώρα.
Μερικές φορές, οι πιο σημαντικές αποφάσεις στη ζωή μας παίρνονται μέσα σε μια και μόνο στιγμή. Πόσοι και πόσοι δεν άφησαν τα σπίτια τους ή και την πατρίδα τους ακόμη, και βγήκαν στους δρόμους για να ανακαλύψουν τις δικές τους αλήθειες; Η Σοφία δεν ήθελε να αποτελέσει εξαίρεση σε τούτο το σπάνιο κανόνα.
«Δε θα κάνω κι εγώ την πορεία της ζωής μου μπούμερανγκ. Θα προχωρήσω ίσια, χωρίς παρεκτροπές, αποφασισμένη προς τα όνειρά μου. Δε θα λοξοδρομήσω ποτέ και πουθενά, όποια μονοπάτια κι αν συναντήσω στην πορεία. Όλοι θέλουν να είναι διαφορετικοί απ’ τους άλλους και στο τέλος όλοι μένουν οι ίδιοι. Εγώ, θέλω να είμαι απλά ο εαυτός μου, κι αυτός ο εαυτός να είμαι εγώ», σκέφτηκε.
Σηκώθηκε, πήρε το ακουστικό του τηλεφώνου στο χέρι της και σχημάτισε ένα αριθμό.
- Ναι!
- Άννα, η Σοφία είμαι.
- Έλα Σοφία μου, τι…
- Έρχομαι.
- Τι;
- Έρχομαι τώρα στο σπίτι σου. Σου εξηγώ όταν φθάσω.
- Ε…
Κατέβασε το ακουστικό προτού προλάβει η Άννα να αρθρώσει άλλη λέξη. Όλα τα αναγκαία πράγματά της βρίσκονταν ήδη στη βαλίτσα. Ποτέ δε βγήκαν από εκεί. Στ’ αυτιά της έφτανε, με αμείωτη ένταση ο ήχος απ’ την τηλεόραση.
Μισάνοιξε την πόρτα του δωματίου της αθόρυβα και βγήκε έξω νυχοπατώντας. Η μάνα της κι ο γέρος ήταν απορροφημένοι απ’ το σήριαλ της κακιάς ώρας.
«Είναι δύσκολο να επιβιώσεις λέγοντας την αλήθεια», σκεφτόταν αντικρίζοντας το μισοφάλακρο κεφάλι του γέρου της, που εξείχε πάνω από την πολυθρόνα. Η μάνα της, που καθόταν στον καναπέ, μόλις που φαινόταν. Ήθελε, ένιωθε την ανάγκη να της πεις κάτι. αλλά τι; Και πως να της το πει;
Νυχοπατώντας και πάλι γύρισε ξανά στο δωμάτιό της. Έκλεισε αθόρυβα την πόρτα, κι αθόρυβα γύρισε το κλειδί. Ασυναίσθητα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τα μάτια της έλαμπαν από ζωή. Το τελευταίο κοίταγμα, πριν το τελευταίο αντίο, σ’ ένα σπίτι που δεν ήταν δα και το αγαπημένο της.
Πριν από εικοσιτέσσερις ώρες άρχιζαν οι σκέψεις για το τι θα έκανε. Τώρα έκανε εκείνο το κάτι, που δε θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Εκείνη τη στιγμή δε σκεφτότανε πια, απλά ενεργούσε.
Άνοιξε το παράθυρο το δωματίου της και πήδηξε έξω. Έσπρωξε τα παραθυρόφυλλα για να μοιάζουν κλειστά, και κίνησε για το πεπρωμένο της. Το φεγγάρι φώτιζε την πόλη, τα δέντρα και το λιγοστό τεχνητό χορτάρι. Τ’ αστέρια, εκτός απ’ τα πιο μεγάλα, βρήκαν καταφύγιο πίσω απ’ το νέφος.
Ο υπόγειος σιδηρόδρομος ήταν πολύ ήσυχος, σχεδόν σιωπηλός, καθώς έφτανε εκεί ένα κορίτσι, που κουβαλούσε σε μια βαλίτσα μια ολόκληρη ζωή. ζωή, που εκείνη ακριβώς τη στιγμή, γύριζε αποφασιστικά σελίδα!



Χρόνια και χρόνια προσπαθούμε να ρίξουμε τα τείχη που μας κλείνουν μέσα τους, κι όλα αυτά ενώ θα ’ταν αρκετό να ήμασταν λίγο πιο προσεκτικοί στο παρελθόν και να μην τα κτίζαμε.
Η Σοφία βγήκε απ’ τα τείχη της προτού την κλείσουν μέσα για πάντα. «Κάποτε θ’ άφηνα τα όνειρά μου να διαλυθούν σαν καπνός από τσιγάρο στον αέρα, αλλά όχι τώρα πια», διακήρυξε με τα χείλη της σκέψης της.
Στιγμές στιγμές ένιωθε το χρόνο να γυρίζει πίσω, τότε που ήταν μια ξέγνοιαστη παιδούλα. Θυμήθηκε τις χαρές που έκανε όταν της έδιναν κάποιο δώρο, και τις ατέλειωτες συμβουλές κάποιων, που προφανώς δεν υπήρξαν ποτέ παιδιά, δεν υπήρξαν νέοι. Κατά ένα περίεργο τρόπο αυτές οι σκέψεις τις έδιναν κουράγιο και ένιωθε χαρούμενη που διάλεξε το δύσκολο δρόμο.
Καθώς άρχιζε να διαβαίνει τον πανώριο αγκαθοστρωμένο δρόμο της νέας ζωής, ήταν βουτηγμένη ολόκληρη στο ξεροπήγαδο της σκέψης της. Ο νους της γυρνούσε ξανά και ξανά στο σπίτι που είχε μόλις αφήσει, και στη μάνα της. Δεν ήθελε ποτέ να την πληγώσει. Οι σημαντικοί δρόμοι στη ζωή ωστόσο είναι χωρίς επιστροφή, κι ήταν σίγουρη πως τέτοιος ήταν κι ο δικός της.
Το γέρο της, ούτε λίγο ούτε πολύ το θεωρούσε τυφλό. Τυφλό, επειδή δεν μπορούσε να δει οποιαδήποτε άλλη αλήθεια εκτός από τη δική του. Τυφλό, γιατί νόμιζε ότι κανείς δε θα μπορούσε ποτέ να έχει περισσότερο δίκιο, για οποιοδήποτε θέμα, από τον ίδιο. Τυφλό, επειδή πίστευε ότι οι αλήθειες του παρελθόντος θα μπορούσαν να είναι και αλήθειες του παρόντος.
Ακούγοντας πολλές φορές τις απόψεις κάποιου για ένα θέμα, λέμε ότι ως ένα σημείο έχει δίκιο, αλλά δε σκεφτόμαστε μέχρι ποιου σημείου έχουμε απόλυτο άδικο, γι’ αυτό που λέμε.
Ο μπαμπάς της αν έβρισκε ποτέ δίκιο στα λεγόμενα κάποιου το ’κανε με τέτοιο τρόπο, που θα έλεγε κανείς ότι η ανακάλυψη της συγκεκριμένης αλήθειας ήταν δική του.
Η Σοφία ποτέ δεν τον μίσησε, κι ας έκλαψε πολλές φορές υποστηρίζοντας το αντίθετο. Το μίσος βρίσκει πιο εύκολα τη γλώσσα, παρά την καρδιά. Παρόλ’ αυτά δεν ήθελε να τον θεωρεί πατέρα της και έκανε ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να κάνει, τον άφησε να πεθάνει μέσα της.

Ο κόσμος στο τρένο ήταν λιγοστός, και παραδόξως δεν κυκλοφορούσε ούτε ένα γυφτάκι ανάμεσα στους επιβάτες, ζητώντας ψιλά. Σ’ ολόκληρο το βαγόνι επικρατούσε μια περίεργη σιγή. Άνθρωποι κουρασμένοι κινούσαν για τα σπίτια τους, ένας μυώδης τύπος στεκόταν στητός, κορδωμένος, επιδεικνύοντας τις αρετές του κορμιού του, μια κοπέλα προσπαθούσε να λύσει σταυρόλεξα, ένας φαντάρος προσπαθούσε να κρατήσει τα μάτια του ανοικτά. Συνηθισμένες καταστάσεις.
Είδε την Άννα να την περιμένει στο σταθμό, και μόλις βγήκε απ’ το βαγόνι ρίχτηκε στην αγκαλιά της.
- Καλωσόρισες Σοφάκι μου! Τι έγινε;
- Άσ’ τα. Σ’ τα λέω μετά.
- Όχι, θα μου τα πεις τώρα. Αρκετά με ανησύχησες.
- Έφυγα απ’ το σπίτι.
- Αυτό το βλέπω, αλλά γιατί;
- Τσακώθηκα με τον Ναπολέων του καθιστικού.
- Ποιος είν’ αυτός; Α, καλά, κατάλαβα. Γιατί;
- Πάμε πρώτα στο σπίτι σου και μετά σ’ τα λέω.
- Εντάξει, δεν επιμένω. Δε μου είπες πως τα πέρασες στα βουνά και στα λαγκάδια!
- Πεδιάδα είναι. Πέρασα υπέροχα. Μου ’λειψε βέβαια ο Νικόλας, αλλά κι εδώ να ήμουνα το ίδιο θα ’ταν, μια και δε θα τον έβλεπα.
- Ε, καλά! Α, τώρα που ’πες για το Νικόλα, σε βρήκε ο Δημήτρης;
- Ναι, με πήρε το μεσημέρι.
- Μεγάλη φάση ο τύπος, ε;
- Καλός είναι. Το πλατύ χαμόγελο.
- Όλοι σε μας τύχανε: το πλατύ χαμόγελο, το άπατο στομάχι, η περιπλανώμενη γενειάδα.
- Το απόγευμα ήμασταν μαζί. Θα τους δω μάλλον και αύριο. Ετοιμαζόμαστε, βλέπεις, για εξόρμηση.
- Εξόρμηση;
- Ναι, τα βαθιά νερά του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Βρήκαμε μια καλή προσφορά, που με ένα εισιτήριο ταξιδεύουν δύο, και είπαμε, να μια καλή ευκαιρία για χαβαλέ και την αρπάξαμε.
- Μωρέ μπράβο!
- Μόνο…
- Μόνο;
- Να, τι θα γίνει με σένα Σοφία μου; Ποτέ δε μας λες τι σκοπεύεις να κάνεις, εξαφανίζεσαι χωρίς να δώσεις σημεία ζωής σε κανένα, και…
- Μην ανησυχείς για μένα, κάτι θα βρω να κάνω.
- Πως να μην ανησυχώ; Θες να ’ρθεις μαζί μας; Δε νομίζω να υπάρχουν ακόμη θέσεις, μια και φεύγουμε σε πέντε μέρες, αλλά ποιος ξέρει, όλο και κάτι μπορεί να βρεθεί.
- Θα το’ θελα Άννα, θα το ’θελα. Και σ’ ό,τι αφορά τα λεφτά, νομίζω θα τα καταφέρω. Ξέρεις πως μ’ έχει η Ελπίδα όταν βρίσκομαι κοντά της. Κι επειδή εκεί δεν ξοδεύω ποτέ τίποτα, καταφέρνω και κονομάω αρκετά.
- Δεν υπάρχει πρόβλημα με τα λεφτά. Ακόμη κι αν δεν είχες, σε δάνειζα και τα βρίσκαμε μετά. Το θέμα είναι η θέση. Ελπίζω να βρεθεί κάτι. Θα πω στον μπαμπά μου να πάρει τηλέφωνο στο ταξιδιωτικό γραφείο και βλέπουμε.
Λόγο το λόγο, βήμα το βήμα φτάσανε στο οκταόροφο τερατόμορφο οικοδόμημα, που φιλοξενούσε την οικογένεια της Άννας, πολύ κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό της Βικτώριας.
Ήταν λίγο μετά τις δέκα το βράδυ. Η νύχτα ήταν ζεστή και τα φώτα σε όλα σχεδόν τα διαμερίσματα ήταν σβησμένα. Οι θαρραλέοι της Αθήνας κάθονταν στις βεράντες τους.
Ο ανελκυστήρας υπακούοντας άκεφα την εντολή, άρχισε να ανεβάζει αργά, νωχελικά, καταβεβλημένος φαίνεται κι ο ίδιος απ’ τη ζέστη, τους επιβάτες του στον έκτο όροφο.
Η Άννα κτύπησε το κουδούνι ενός διαμερίσματος και η πόρτα άνοιξε για τη Σοφία, σ’ ένα νέο σπιτικό.

Το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν ένα ζευγάρι χαμογελαστά γαλάζια μάτια. Η Κολέτ, η μάνα της Άννας, ήταν από την Ιρλανδία, και είχε όλα τα χαρίσματα του καλόκαρδου εκείνου λαού, μα πάνω απ’ όλα δύναμη και ζωντάνια. Τα χείλη της άνοιξαν σ’ ένα πλατύ χαμόγελο, που αγκάλιασε και τις δύο, μόλις τις αντίκρισε. Σ’ εκείνο το χαμόγελο, σ’ εκείνα τα μάτια, δε θα μπορούσε ποτέ να αρνηθεί κανείς τίποτα.
- Περάστε μέσα! Τι σταθήκατε έτσι στην πόρτα; Σταύρο, είναι τα κορίτσια. Μιλούσε πολύ καλά τα ελληνικά. Άλλωστε, πάνε είκοσι και βάλε χρόνια, που ήρθε στην Ελλάδα, παντρεύτηκε το Σταύρο και ρίζωσε.
Μπήκαν μέσα μαζί. Μάλιστα λίγο έλειψε να σφηνωθούν στην πόρτα. Η Κολέτ γέλασε με το πάθημά τους, πήρε τη βαλίτσα από το χέρι της Σοφίας, για να την πάει στο δωμάτιο της Άννας.
Τα κορίτσια ακολούθησαν τους ήχους από το στερεοφωνικό, που τους οδήγησαν στον μπαμπά της Άννας, ο οποίος δροσιζόταν στη βρομιά του νυχτερινού αέρα της Αθήνας. Οι Μπιτλς τραγουδούσαν «Yesterday», τους άκουγε και αναστέναζε.
- Γεια σας κορίτσια!
- Καλησπέρα κ. Σταύρο.
- Σοφία, πόσες φορές θες να σ’ το πω; κομμένα τα κύριε! Με κάνεις και νιώθω εκατό χρόνων. Πες μου, εσένα σου αρέσουν οι Μπιτλς;
- Μ’ αρέσουν.
- Βλέπεις! Μας αρέσουν τα ίδια πράγματα. Είμαστε συνομήλικοι.
- Παράξενη λογική, αλλά τη δέχομαι. Ανεβασμένο σας βλέπω απόψε, του είπε χαμογελώντας.
- Κόψε την πλάκα… ε, τον πληθυντικό εννοώ.
- Έγινε.
- Έγινε; Πότε πρόλαβε να γίνει; Με κοροϊδεύεις; Αφού μόλις τώρα θα άρχιζε να φτιάχνει φαγητό η Κολέτ…
- Άννα, ο μπαμπάς σου είναι καλά;
- Είναι ευτυχισμένος που θα με ξεφορτωθεί για λίγες μέρες. Κι οι δυο τους είναι. Έπειτα σου λένε: κάνε γονείς! Αλήθεια, μπαμπά, δε μου λες, μήπως θα μπορούσαμε να βρούμε εισιτήριο και για τη Σοφία, για την κρουαζιέρα;
- Ω, δεν ξέρω. Μάλλον θα είναι αργά. Άσε όμως να τηλεφωνήσω το πρωί να μάθω στα σίγουρα. Αυτές δεν είναι υποθέσεις της τελευταίας στιγμής. Βέβαια, αν ήτανε για μένα δε θα υπήρχε πρόβλημα…
- Αμάν, τον πιάσανε οι αναμνήσεις!
- … Εγώ θα βολευόμουνα στο κατάστρωμα, όσες μέρες κι αν κρατούσε το ταξίδι…
- … Βέβαια…
- … Βέβαια, εσείς δεν μπορείτε να κάνετε κάτι τέτοιο, αλλά εγώ…
- … Εσύ, ταξίδευες χειμώνα - καλοκαίρι, με ήλιο και βροχή, διέσχισες την Ελλάδα και την Ευρώπη με τα πόδια απ’ άκρη σ’ άκρη, αλλά όπου κι αν πήγες, όσο κόσμο κι αν γνώρισες δε βρήκες το ταίρι σου, το οποίο ήρθε μάλλον και βρήκε εσένα. Η Άννα συμπλήρωσε την ιστορία, κοιτώντας μ’ ένα φωτεινό χαμόγελο το Σταύρο.
- Ναι, συμφώνησε εκείνος! Πόσες και πόσες φορές δεν είχε επαναλάβει τα ίδια ακριβώς λόγια! Αλλά, τα έλεγε με τόσο πάθος και μ’ ένα τόσο φλογισμένο βλέμμα που, πλην της Άννας, δεν τολμούσε κανείς άλλος να τον διακόψει.
Ο μακρόσυρτος ήχος του τηλεφώνου έφτασε στ’ αυτιά τους και ένα αεράκι τρελής χαράς χάιδεψε το πρόσωπο της Άννας.
- Σίγουρα για μένα είναι. Κάθισε Σοφία. Μάλλον θα καθυστερήσω.
- Ο Αϊνστάιν της κακιάς ώρας θα ’ναι, είπε ο Σταύρος μ’ ένα συγκαταβατικό χαμόγελο.
Η Άννα έκανε πως δεν τον άκουσε, και έτρεξε προς το θορυβώδες κουτί της δικής της ευτυχίας.
- Ναι!
- Εγώ! Τι κάνει το μωρό μου;
- Καλά είναι. Εσύ…
- Άσ’ τα.
- Ωχ!
- Τι;
- Τι έγινε;
- Ο Αϊνστάιν της κακιάς ώρας, που λέει κι ο Τζον Λένον της βεράντας, ξανακτύπησε.
- Τι έκανες πάλι;
- Σου ’πα που προσπαθούσα να φτιάξω λινγκ για τον πομπό που έχω;
- Ναι.
- Ε, που λες, χρειαζόμουν μερικά εξαρτήματα για να το τελειοποιήσω, αλλά το μαγαζί που τα παίρνω ήταν κλειστό. Ε, με ξέρεις πόσο ανυπόμονος είμαι. Αντί να ψάξω αλλού, ή να κάνω υπομονή για λίγες μέρες, είπα να δοκιμάσω κάτι άλλο.
- Για λέγε.
- Να, έβγαλα δυο - τρία εξαρτήματα απ’ την τηλεόραση για να τα χρησιμοποιήσω και να τα ξαναβάλω πίσω.
- Αχ, Ντίνο μου, Ντίνο! Έγινε αυτό που σκέφτομαι;
- Δεν ξέρω τι σκέφτεσαι, αλλά δε νομίζω να είναι χειρότερο απ’ αυτό που συνέβηκε. Όταν ξανάβαλα τα εξαρτήματα στην τηλεόραση, απ’ ό,τι φαίνεται δε συνέδεσα κάτι σωστά, έτσι, μόλις την άναψα, παφ, πήρε φωτιά. Έγινε σκόνη και θρύψαλα, όπως το τραγούδι που αρέσει στη Νάγια.
- Θεέ μου!
- Άσ’ τον. Προφανώς έχει ρεπό σήμερα.
- Και τώρα;
- Και τώρα τι; Θα δουλέψω ένα - δυο μήνες και θα τους πάρω άλλη.
- Αχ, βρε Ντίνο μου, εσύ καμιά μέρα θα τινάξεις το σπίτι στον αέρα.
- Λες; Δεν έχω τα υλικά όμως.
- Εσύ θα με τρελάνεις.
- Ακόμη να σε τρελάνω δηλαδή; μπράβο αντοχή η Αννούλα! Α, τώρα το σκέφτηκα, ότι μόλις έχω συμπληρώσει τρεις επιτυχίες. Λες να κερδίσω τίποτα;
- Για ποιο πράγμα μιλάς τώρα;
- Ουφ, όλες οι γυναίκες οι ίδιες είστε. Τίποτα δεν καταλαβαίνετε αν δε σας το κάνουν πρώτα λιανά. Εκείνο που θέλω να πω είναι ότι έχω κάνει τρεις καταστροφές απ’ τον καιρό που έγινα επιστήμονας. Η πρώτη, ήταν που έκανα τη μάνα μου διάσημη όταν την έβγαλα στον αέρα, και τσακώθηκε με τη γειτόνισσα, επειδή την κακολογούσε σε κάποια φίλη της στο τηλέφωνο. Που να ’ξερε η κακομοίρα, ότι το τηλεφώνημά της το άκουγε ολόκληρη η περιοχή, και μάλιστα σε ώρα ψηλής ακροαματικότητας, από το Σκάι!… Μετά ήταν που διέλυσα το στεγνωτήρα μαλλιών της αδελφής μου, όταν το χρησιμοποίησα για να καθαρίσω τον πομπό από μέσα. Και τέλος, το σημερινό. Δεν πειράζει, οι μικρές αποτυχίες οδηγούν σε μεγάλες επιτυχίες.
- Τώρα, εγώ, τι να κάνω; να γελάσω ή να κλάψω;
- Να χαμογελάσεις. Το πείραμα πέτυχε.
- Πέτυχε;
- Αν είχες το ραδιόφωνό σου ανοικτό πριν κανά μισάωρο θα το καταλάβαινες. Μάλιστα κυρία μου, το λινκ έγινε πραγματικότητα. Κατάφερα να εκπέμψω με μεγάλη ισχύ, αν και δημιούργησα ένα μικρομπάχαλο στα ερτζιανά, αφού στη μισή μπάντα των FM έπαιρνες μόνο το δικό μου σήμα. Μου το επιβεβαίωσε κι ο Πέτρος που μένει δυο χιλιόμετρα πιο κάτω. Παραλίγο να πνιγεί όταν άκουσε τι έκπεμπα. Ξέρεις τον Πέτρο τώρα, πόσο εύκολα ξαφνιάζεται. Ε, λοιπόν, δεν πρόλαβα να βάλω το σήμα της εκπομπής, κι όπως έτρωγε ένα ροδάκινο, κατάπιε το κουκούτσι.
- Το σήμα ποιας εκπομπής;
- Δε σου ’πα ότι σαν άρχιζα να εκπέμπω θα ’φτιαχνα μια χιουμοριστική εκπομπή με τίτλο «Μαύροι γάτοι στα FM»;
- Ναι. Και λοιπόν;
- Ε, να… φόρεσα γάντια, πήρα στην αγκαλιά μου τη γάτα της αδελφής μου τη Λουκρητία, κι άρχισα να την τραβώ απ’ την ούρα με δύναμη. Ε, το λοιπόν δεν μπορείς να φανταστείς πόσο ταλέντο έχει αυτή η γάτα! Αν την άκουγες τι άριες έβγαζε θα τρελαινόσουν. Υψίφωνος παιδί μου, υψίφωνος! Αν έφτανε στ’ αυτιά του Παβαρότι το κοντσέρτο της θα τα ’κανε πάνω του και θα επέστρεφε στη χορωδία του νηπιαγωγείου.
Άρχισαν κι οι δύο να γελούν. Και ήταν ένα γέλιο ξεκαρδιστικό, σχεδόν θεατρικό. Απορημένοι θεατές έβλεπαν την Άννα από τη βεράντα και διερώτονταν τι την τσίμπησε. Σαν τα γέλια σταμάτησαν, η Άννα μίλησε πρώτη.
- Εσύ δεν τρώγεσαι με τίποτα!
- Με λίγο κάρυ ίσως. Μπορεί και με τζατζίκι.
- Τι να σου πει κανείς;
- Συγχαρητήρια, φυσικά! Ανέδειξα μια άσημη γάτα σε μορφή της ημέρας. Κυρίες και κύριοι from Athens town, η Λουκρητία. Αλήθεια, σου ’χω πει ποτέ, πως και τη βαφτίσαμε Λουκρητία;
- Δεν έτυχε.
- Να, όταν γεννήθηκε ήταν το μόνο κορίτσι απ’ τα πεντάδυμα που έκανε η γριά της. Γι’ αυτό ήταν η αγαπημένη της οικογένειας. Αυτή, γυναίκα είναι, πονηρή, ψυλλιάστηκε ότι είναι η μοιραία γυνή της υπόθεσης και το πήρε πάνω της. Περπατούσε μ’ ένα αέρα ανωτερότητας και ήταν όλο νάζια. Τότε έκανε σουξέ το «Βασικό Ένστικτο», όπου η Σάρον Στόουν έτρωγε για γεύμα τον Μάικλ Ντάγκλας, και έτσι τη βγάλαμε Λουκρητία!
- Δεν καταλαβαίνω.
- Ε, να, αν δεν ερωτευόταν η Σάρον τον Μάικλ θα τον έκανε Καστράτο, και είπαμε να του έχουμε έτοιμη τη φιλενάδα. Όμως, τώρα μάλλον πρέπει να της αλλάξουμε όνομα.
- Γιατί;
- Επειδή, αν πριν κυκλοφορούσε σα μοιραία γυναίκα, τώρα μοιάζει με μαδημένο κοτόπουλο. Α, δε σου ’πα, σκοπεύω να της φτιάξω την κόμμωση. Νομίζω ότι με λιγότερα μαλλιά θα ήταν ομορφότερη. Πριν που της σηκώθηκαν κάγκελο οι τρίχες, κατάλαβα ότι χρειάζονται περιποίηση.
- Έλα ρε, τι σου έφταιξε το καημένο το ζώο και το βασανίζεις;
- Και ’γω ζώο είμαι, κι όμως με βασανίζουν.
- Άντε Ντίνο, κόψε το!
- Μη μου θυμώνεις μάτια μου. Μωρό μου εσύ! Αστειεύομαι. Εξάλλου, πολύ πιθανόν να μη την ξαναδώ.
- Πως;
- Σκέφτομαι ότι μετά τη μοναδική εμπειρία που της χάρισα, θα πάρει τους δρόμους για άλλες πολιτείες. Και… θα ’ρθουν τα κανάλια να καταγράψουν τον αβάστακτο πόνο της αδελφής μου, οι δαιμόνιοι ρεπόρτερ θα βγουν να την ψάξουν στην ομίχλη, θα συγκλονιστεί η κοινή γνώμη, θα παγώσει η κίνηση των μετοχών στο χρηματιστήριο, θα κλείσουν για μια βδομάδα τα σχολεία και οι μαθητές θα βγουν στους δρόμους ψάχνοντας απεγνωσμένα για τη Λουκρητία, ευαίσθητες κυρίες της υψηλής κοινωνίας θα δημιουργήσουν φορέα συμπαράστασης στα περιπλανώμενα γατιά και φιλογατικά τσάγια, κι όλ’ αυτά για να ανακαλύψει η αντιπολίτευση την ανάμιξη ξένων δακτυλίων στην υπόθεση, που χωρίς αμφιβολία θα οδηγήσει στην πτώση της κυβέρνησης και στην εσπευσμένη φυγή του Καραμανλή προς την Ίο, την κρίσιμα εθνική στιγμή που εχθρική γάτα - και μάλιστα χωρίς περιλαίμιο -, θα εισβάλει ανεμπόδιστη από τα βόρεια σύνορά μας, με απώτερο σκοπό τη δημιουργία αποικίας, που θα οδηγήσει αναπότρεπτα σε νέα τετελεσμένα γεγονότα - την ανακήρυξη νέου κράτους -, υπό την ανοχή των διεθνών οργανισμών και των τέως συμμάχων μας, που στεκόμενοι στο ύψος των περιστάσεων θα μας καρφώσουν πισώπλατα, δημιουργώντας μια νέα τάξη πραγμάτων, νέα δεδομένα, νέες ιστορικές αναλήθειες, μέχρι που κάποια μέρα στο μακρινό μέλλον, μετά από συντονισμένες προσπάθειες της Μαρριέτας Γιαννακού και του Τζίμη Πανούση, θα λάμψει πάλι και για μας της δικαιοσύνης ο ήλιος ο νοητός, και η Λουκρητία θα γίνει και πάλι δικιά μας.
Αυτή τη φορά τα γέλια ήταν βροντερά και κράτησαν για πολύ. Με τη χορωδία ενώθηκαν και οι τρεις θεατές, μια και είναι δύσκολο να μη γελάσεις βλέποντας κάποιο να κυλιέται στο πάτωμα, ξεκαρδισμένος, κρατώντας ακόμη στο χέρι το ακουστικό, προσπαθώντας να πει κάτι.
- Ά… Ά…ννα, είσαι καλά; κατάφερε να ρωτήσει πρώτος ο Ντίνος.
- Βρε παλιοτσόγλανε… χα χα χα… που σου ήρθαν όλ’ αυτά;
- Βλέπω πολύ τηλεόραση.
- Θα ’θελα να τ’ ακούσει η Σοφία. Κάθεται εκεί και γελά χωρίς να ξέρει το γιατί.
- Α, ήρθε;
- Ναι, κι έφυγε.
- Ε;
- Έφυγε απ’ το σπίτι. Την κοπάνησε.
- Γιατί; Τι έγινε;
- Άσ’ τα. Σ’ τα λέω αύριο. Αν βρούμε εισιτήριο θα ’ρθει μαζί μας στην κρουαζιέρα. Εσύ, δε θα ’χεις πρόβλημα μετά την γκάφα σου;
- Όχι, τι πρόβλημα; Έτσι κι αλλιώς όταν γυρίσουν απ’ τις διακοπές τους εγώ θα λείπω. Θα τους αφήσω μια σημείωση για το πως κατάφερα να κάνω την τηλεόραση κομοδίνο, κι όταν επιστρέψω τα λέμε.
- Σίγουρα;
- Αμ, τι; Εξάλλου, δεν έχω ποτέ μελετήσει πως λειτουργούν οι ασύρματοι των πλοίων.
- Ό,τι και να σου πω, χαμένο θα πάει. Είσαι αδιόρθωτος.
- Ναι, αλλά είμαι ο δικός σου αδιόρθωτος κούκλα μου.
- Δεν είμαι κούκλα.
- Ωχ, σε μπέρδεψα με τη Χριστίνα.
- Βρε…
- Χα χα χα. Στην έσκασα πάλι. Καλά να μάθεις, για να μάθεις να μην τα βάζεις με τον Αϊνστάιν.
- Καλά! Θα τα πούμε.
- Μου θύμωσες τώρα;
- Ναι.
- Κοίταξε πίσω σου για να δεις το πιο αστείο πράγμα στον κόσμο.
Πάλι γέλια. Το θέαμα για τους θεατές κατάντησε κάπως μονότονο, αλλά δεν αρνήθηκαν να συμμετάσχουν για λίγο. Πίσω της ήταν ο καθρέφτης. Ο Ντίνος ήξερε ότι πάντα όταν μιλούσε στο τηλέφωνο κοιτούσε προς το μπαλκόνι.
- Αχ ρε μασκαρά.
- Μωρό μου εσύ!
- Άσ’ τα αυτά. Τι ώρα θα ’ρθεις αύριο;
- Λέω κατά τις δέκα, αλλά τώρα, αν και με πόνο ψυχής, αγαπούλα μου, πρέπει να σε αφήσω. Θα τρέξω στον Πέτρο. Με περιμένει για να δούμε μαζί, ξανά, το «Καλημέρα Βιετνάμ». Φοβερό, ε;
- Καλά. Έγινε. Τα λέμε αύριο.
- Σε φιλάω μωρό μου.
- Καθρέφτης.
- Χα, το ’πιασα, δε μου τη σκας εμένα. Γεια σου γλυκιά μου.
- Γεια και χαρά σου Αϊνστάιν μου. Σε φιλώ.
- Πως και δεν το νιώθω; Λες να έπαθα ανοσία;
- Κόφτο ρε φρικιό.
- Ό,τι πεις ματάκια μου!
Επιτέλους, κατέβασε το ακουστικό.
Προχώρησε προς το τρίο της βεράντας, ακούμπησε στα κάγκελα του μπαλκονιού, και ατένισε με το φευγαλέο βλέμμα της την απέραντη νύχτα.
- Αχ! Αναστέναξε βαθιά.
- Κάπου το ξανάδα αυτό το βλέμμα, είπε, διακόπτοντας το ονειροπόλημά της η Σοφία.
- Στον καθρέφτη σου μάλλον.
- Μάλλον.
- Εμάς νομίζω δε μας χρειάζεστε, επενέβηκε ο Σταύρος. Γι’ αυτό φύγετε, πρόσθεσε, απαλλάσσοντάς τις έτσι από τον κόπο να βρουν μια δικαιολογία, για να το κάνουν.
Καληνύχτισαν, πήραν τα αχ τους και τα βαχ τους και τα μετέφεραν στο υπνοδωμάτιο της Άννας.
Όλη την ώρα που η Σοφία ήταν μόνη με το Σταύρο και την Κολέτ, δεν της έκαναν ούτε μια ερώτηση για το πως βρέθηκε εκεί, τέτοια ώρα, με τη βαλίτσα στο χέρι. Ήτανε τόσο διακριτικοί, που ίσως κάποια μέρα ανάγκαζαν κάποιον να τους βρίσει, μόνο και μόνο για να ’χει τη χαρά να τους ακούσει να ρωτάνε γιατί.
Το υπνοδωμάτιο της Άννας ήταν μεγάλο και είχε δυο κρεβάτια. Στους τοίχους υπήρχαν η αναγκαία αφίσα του Τσε Γκουεβάρα, και οι αναγκαίοι πίνακες φωτοαντίγραφα, που παρουσίαζαν ηλιοβασιλέματα, καταρράκτες κι ένα τοπίο στην ομίχλη. Πάνω στο γραφείο, εκτός των άλλων αναγκαίων, υπήρχε η αναγκαία φωτογραφία του Ντίνου να βγάζει τη γλώσσα έξω, και στη βιβλιοθήκη οι αναγκαίοι Ρεμπώ, Σώτη, Τολστόι, Πούσκιν, Καζαντζάκης και άλλοι. Και φυσικά, σ’ ένα τραπεζάκι υπήρχε το υπεραναγκαίο τηλέφωνο, που δεχόταν τις κλήσεις του έρωτά της.
Φόρεσαν τις απαλές σα μωρουδίστικο χάδι, ελαφρές σαν τίποτα, καλοκαιρινές νυχτικιές τους. Άνοιξαν κάποιο παράθυρο με θέα, τη σκονισμένη, πλην φωτισμένη Ακρόπολη. Έφτιαξαν η μια τα μαλλιά της άλλης. Κοιτάχτηκαν στον καθρέφτη. Αντίκρισαν δυο ζευγάρια μάτια φλογερά, ν’ ανταποδίδουν το βλέμμα. Οι Μπιτλς διακήρυτταν απ’ τη βεράντα «All you need is love». Τους ήχους της πόλης, που ήταν ακόμη λειψή, χρωμάτιζαν μουσικές και τραγούδια από μια μακρινή συναυλία. Το φως στο δωμάτιο έσβησε, και χάρισε τη θέση του στο σκοτάδι. Ξάπλωσαν, αν και δεν ήθελαν να κοιμηθούν. Τα κρεβάτια τους ήταν κοντά το ένα στ’ άλλο. Μιλούσαν σιγά, ψιθυριστά. Ανάμεσα στους ήχους της πόλης και τους Μπιτλς.
- Θα μου πεις τώρα, τι έγινε;
- Τσακώθηκα με το γέρο.
- Γιατί όμως;
- Του ’πα ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος και πήρε φωτιά. Λες και τον σκότωνα. Δεν μπόρεσα καν να του εξηγήσω το πως έφθασα σ’ αυτή την απόφαση. Άρχισε αμέσως τα κηρύγματα και τις φωνές. Έκανε σαν υστερικός. Μια μου έλεγε να μην του πω τίποτα, μια μου φώναζε να μιλήσω, και τελικά, αφού είδα πως δε βγαίνει τίποτα μαζί του, τον άφησα να χτυπιέται στην πολυθρόνα του και κλείστηκα στο δωμάτιό μου. Τα υπόλοιπα, τα ξέρεις.
- Και τώρα;
- Τώρα, θα πάμε το ταξιδάκι μας, θα το χαρούμε, κι όταν επιστρέψουμε, βλέπουμε.
- Δε σε θέλω να ανησυχείς για σπίτι. Μπορείς να μείνεις εδώ για όσο χρειαστεί. Μη νομίζεις ότι υπάρχει πρόβλημα, ε!
- Το ξέρω Άννα, σ’ ευχαριστώ.
- Πάντως, θαυμάζω το κουράγιο σου.
- Δεν ήταν κουράγιο, ήταν μια έκρηξη. Σα να έσπασε κάτι μέσα μου. Ακόμη κι αν δεν έφευγα απόψε, δε θα άντεχα να καταπιέζω για πολύ τον εαυτό μου. Μια φορά μονάχα ζούμε, και αν δε δούμε τα όνειρά μας να γίνονται πραγματικότητα, πάει να πει ότι κι αυτή η μια και μοναδική φορά πήγε χαμένη.
- Δεν ξέρεις πόσο δίκιο έχεις.
- Η ζωή είναι πολύ πολύτιμη. Ας μη τη ζήσουμε βιαστικά, αλλά ας ζήσουμε έντονα την κάθε στιγμή της. Εγώ, αυτό θέλω να κάνω. Όλα με τα χρόνια αλλάζουν. Τα όνειρα, ολονών τα όνειρα, μπαίνουν στην κατάψυξη και σα φυλακισμένα παραμένουν εκεί. Υιοθετούνται οι νέες τάσεις, οι νέες τάξεις πραγμάτων. Στο τέλος τέλος, καταλαβαίνουν όλοι ότι πήρανε στη ζωή τους λάθος μονοπάτι, αλλά είναι πια πολύ αργά για να αλλάξουν.
- Μιλάς πολύ λογοτεχνικά. Το ξέρεις;
- Θα φταίει το διάβασμα. Διάβασα ένα κατεβατό όταν ήμουν στα «βουνά και τα λαγκάδια», όπως λες κι εσύ. Κι έγραψα πολλά.
- Συνεχίζεις ακόμη να γράφεις; Νόμιζα ότι ήταν κάτι το παροδικό, πως θα σταματούσες. Παρ’ όλα αυτά χαίρομαι που έπεσα έξω.
- Δε θα μπορούσα να σταματήσω ποτέ. Το γράψιμο είναι ζωή για μένα. Το διάβασμα, το γράψιμο, εσύ, ο Νικόλας, το τετράπτυχό μου. Αν και σένα σε παραμέλησα λιγάκι.
- Απ’ τον καιρό που ερωτευτήκαμε κι οι δυο, η μια παραμελεί την άλλη.
- Ξέρεις ποιο είναι το όνειρό μου; Ένα σπίτι στην εξοχή, ο Νικόλας και τα γραπτά μου. Να γράφω, να γράφω, να γράφω. Αυτό είναι τ’ όνειρό μου. Και η ουτοπία μου: να βγάλω ένα - δυο βιβλία, που να σημειώσουν επιτυχία και να μείνω ως εκεί. Και ό,τι κι αν γράψω από κει και πέρα να το κρατήσω για τον εαυτό μου.
- Θα ’ταν καλά να δοκίμαζες να γράψεις θέατρο.
- Όχι θέατρο, Άννα. Όχι θέατρο. Αν έγραφα θέατρο, σίγουρα θα σκάρωνα καμιά ιστοριούλα για τα φτωχαδάκια και θα πυροβολούσα τους πλούσιους, και τελικά αν ανέβαινε ποτέ, το αποτέλεσμα θα ήταν η μαζική κάθοδος των τελευταίων με τις λιμουζίνες, τα κουστούμια και τις τουαλέτες τους, για να το δουν και να το χειροκροτήσουν.
- Μια ζωή αντιρρησίας θα είσαι. Και τι σκοπεύεις να γράψεις; κάποιο μυθιστόρημα;
- Το μυθιστόρημα πέθανε το 19ο αιώνα. Οι «Αδελφοί Καραμαζόφ» κι ο «Πόλεμος και Ειρήνη», ήταν τα τελειωτικά κτυπήματα. Από τότε μόνο απόπειρες γίνονται.
- Τι εννοείς;
- Ότι τα δύο αυτά βιβλία πήραν τη συγγραφή μυθιστορήματος ως τα όριά της. Δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα πάρα πέρα, εκτός από επαναλήψεις. Τον τελευταίο καιρό, που είχα την ευκαιρία να διαβάσω τόσα πολλά βιβλία, αντιλήφθηκα πόσα οφείλει η παγκόσμια λογοτεχνία στο Ντοστογιέφσκι και τον Τολστόι. Αλλά, αρκετά μ’ αυτά, γιατί αν συνεχίσω θα σε παραζαλίσω. Με σένα και το Ντίνο τι γίνεται;
- Εμείς; Ευτυχία.
- Τα βρήκατε για τα καλά με κείνο το τέρας, ε!
- Ένα γλυκό τερατάκι.
- Τι σκαρώνει τώρα;
- Έκανε την τηλεόραση κομό και τη γάτα σοπράνο.
- Άννα, αναφώνησε ξεκαρδισμένη στα γέλια η Σοφία, τι έκανε την τηλεόραση;
- Την έκαψε.
- Και τη γάτα…
- … Την τραβούσε απ’ την ουρά για να τραγουδήσει όπερα.
- Άννα, Άννα… αυτός θα σε τρελάνει… Άννα… θα το δεις. Ας είν’ καλά ο μπαγάσας. Έχει καιρό να γελάσω τόσο, είπε με δυσκολία η Σοφία που βρισκόταν εδώ και μερικές στιγμές ξαπλωμένη κάτω από το κρεβάτι, προσπαθώντας να συνέλθει από τα γέλια.
- Εγώ, τι να πω, που τον βλέπω και του μιλάω κάθε μέρα;
- Την έκανες Άννα! Τουλάχιστον, μ’ αυτόν τον τύπο στο πλάι σου δε θα πλήξεις ποτέ.
- Ε, όσο γι’ αυτό, θα δείξει η συνέχεια!
Κάποτε οι φωνές άρχισαν να σβήνουν. Το ίδιο και οι ήχοι και τα φώτα της πόλης, εκτός από κείνα που παρέμειναν αναμμένα να κοιτούν σιωπηλά προς το άγνωστο, οι Μπιτλς μπήκαν στη θήκη τους για να ’ναι ξεκούραστοι για την αυριανή συναυλία, η Σοφία άναψε το πορτατίφ και παραδόθηκε στον Καρυωτάκη, και η Άννα αφέθηκε στον ύπνο της ευδαιμονίας της, όπου προφανώς θα ονειρευόταν τον Ντίνο να κάνει εκπομπή από το Έβερεστ, με φιλοξενούμενη τη Λάσι. Δεν εξηγείται διαφορετικά, το μόνιμα ζωγραφισμένο στα χείλη της χαμόγελο, που έβλεπε η Σοφία.
Έτσι, όπως κοιμάται, ας προσπαθήσουμε να φτιάξουμε κάπως το πορτρέτο της. Φαρμακερός σκορπιός, όπως έλεγε ο Ντίνος, σε δυο μήνες θα γιόρταζε τα δέκατα όγδοά της γενέθλια. Με τη Σοφία ήταν φίλη εδώ και χρόνια, και μοιράστηκε πολλά μυστικά μαζί της, πίσω απ’ τα σχολικά θρανία. Ήταν η έμπιστή της φίλη. Της άρεσε η αφοπλιστική της ειλικρίνεια, που δεν άφηνε περιθώρια για αμφισβητήσεις, αλλά, που στάθηκε και η αιτία για διάφορες αντιπάθειες. Όπως είναι γνωστό, η ειλικρίνεια είναι κάτι που δύσκολα μπορούν να ανεχθούν οι άνθρωποι, όμως ήταν εκείνο το συγκεκριμένο στοιχείο του χαρακτήρα της, που έσπρωξε το Ντίνο κοντά της…



Πόσα δε λέχθηκαν και πόσα δε γράφτηκαν για το αλάθητο προαίσθημα της μάνας. Σε μια ιστορία του Μπαλζάκ, μια μάνα πεθαίνει ακριβώς τη στιγμή, που κάπου πολύ μακριά σκοτώνουν το γιο της.
Λίγα λεπτά μετά το επεισόδιο μεταξύ της Σοφίας και του γέρου, η μάνα της έσπευσε στο δωμάτιό της για να της μιλήσει. Κτύπησε μια - δυο φορές την πόρτα, φώναξε τ’ όνομά της, αλλά, φυσικά, τίποτα. Γύρισε απαλά το πόμολο για να την ανοίξει, μα μάταια. Είχε ήδη αντιληφθεί τι συνέβαινε, αλλά, ως συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις, απλά δεν ήθελε να το πιστέψει.
Ανήμπορη να κάνει οτιδήποτε άλλο τη συγκεκριμένη στιγμή, πήγε στην κουζίνα κι άρχισε με μισή ψυχή να ξεπλένει τους φόβους της, με τον αφρό απ’ το υγρό πλυσίματος των πιάτων. Επαναλάμβανε τις ίδιες νωχελικές κινήσεις ξανά και ξανά. Κάπου θα ’θελε να τα σπάσει όλα, να μην αφήσει τίποτα, κάτι που δεν της επέτρεπε όμως η συγκρατημένη ιδιοσυγκρασία της.
Γιατί μάνα, και κάθε μάνα; Γιατί να μη βοηθάτε τα παιδιά σας να κάνουν όνειρα, μόνο και μόνο για να διατηρηθεί η φαινομενική απανεμιά στο σπίτι; Γιατί, σε τέτοιες περιπτώσεις να σωπαίνετε;

Ο γέρος πήγε για ύπνο μετά τα μεσάνυχτα, οπόταν άφησε και κείνη ανακουφισμένη τα πιάτα καθρέφτες.
Μόλις άκουσε να κλείνει η πόρτα του υπνοδωματίου, βγήκε βιαστική απ’ την κουζίνα, έσπευσε έξω απ’ το σπίτι, και έτρεξε προς το παράθυρο του υπνοδωματίου, που θα ’πρεπε να φιλοξενεί το αντικείμενο της αγάπης της. Το βρήκε ανοικτό, και δε χρειάστηκε καν να κοιτάξει μέσα για να επιβεβαιώσει τους φόβους της.
Παρέμεινε εκεί έξω για πολύ ώρα, καταβρέχοντας το σιωπηλό χορτάρι με αλμυρή βροχή, βγαλμένη απ’ τα πηγάδια μιας πονεμένης καρδιάς.
Καθώς η Σοφία ανέβαινε ένα ένα τα σκαλοπάτια της ποίησης, της ελευθερίας, η μάνα της σκαρφάλωνε στο ανοικτό παράθυρο του πόνου, και ξάπλωνε στο ίδιο κρεβάτι, που είχε λίγες ώρες πριν καταβρέξει η πρώτη με τα δάκρυά της.
Θα ’ταν μετά τις δύο όταν πήγε για ύπνο. Ήτανε σίγουρη πως το Σοφάκι της πήγε στην Άννα, κι αυτή η σκέψη, αν μη τι άλλο, την παρηγορούσε. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι και βρέθηκε στο πόδι προτού καλά καλά αρχίσει να χαράζει. Της φάνηκε μαύρη εκείνη η αυγή. Την τρόμαζε η μέρα, που μόλις ξεκινούσε. Εκείνη ήταν η πιο θανατερά πονεμένη ανατολή, που αντίκρισε ποτέ.

Στο μεταξύ η Σοφία, την ώρα που η μάνα της έμπαινε στο δωμάτιό της, είχε ήδη παρατήσει τον Καρυωτάκη, και πήρε να γράφει στο Νικόλα:

«… Σήμερα, τα βρόντηξα κι έφυγα απ’ το σπίτι, μετά από ένα καυγά με το γέρο μου. Δεν ξέρω αν το έχει ήδη καταλάβει, αλλά, αυτό δεν έχει και τόση σημασία για μένα. Όχι πια. Γονατιστός να ’ρθει μπροστά μου, δε γυρνώ πίσω στο σπίτι. Η ζωή μου γύρισε σελίδα, Νικόλα. Τη γύρισε ξαφνικά, αποφασιστικά. Τώρα είμαι στο σπίτι της Άννας, αλλά δε θέλω να της γίνομαι βάρος. Ξέρω πόσο πολύτιμος είναι για κάποιον ο προσωπικός του χώρος. Θα ’πρεπε να ήσουν εδώ και να έβλεπες πόσο ευτυχισμένη είναι τώρα η Αννούλα μας. Επιτέλους έπαψε να είναι μόνη.
Το ξέρουμε κι οι δυο πολύ καλά, πόσο τραγικό είναι, το να ξυπνά κανείς κάποιο πρωί και να αντιλαμβάνεται πόσο θλιβερά μόνος είναι. Κι εγώ, για πολύ, πάρα πολύ καιρό, πίστευα πως ήμουνα καταδικασμένη στη μοναξιά, μέχρι που συνάντησα εσένα, και τότε όλα άλλαξαν. Κανένα λουκέτο δεν μπορεί να κρατήσει κλειστή την πόρτα μιας καρδιάς, την οποία κτυπάει ο έρωτας.
Προτού σε γνωρίσω, συνήθιζα να το παίζω ξέγνοιαστη. Κανένας δεν μπόρεσε να διαβάσει τι έκρυβα πίσω από το χαρούμενο προσωπείο, που είχα φορέσει.
Ξέρεις πόσα ταξίδια πραγματοποίησα θρονιασμένη στο άλογο της φαντασίας μου; Τότε ζούσα στο ψέμα, και δεν ξεχώριζα τη φαντασία απ’ την πραγματικότητα. Ζούσα δηλαδή όπως θα ’πρεπε, σύμφωνα με τους σύγχρονους κανόνες της λογικής, να ζω.
Ο κόσμος όλος είναι χόλιγουντ: ένα τεράστιο ψέμα ιλουστρασιόν. Και πόσο έντονα ζούμε τούτο το ψέμα μας! Ειδικά, όταν ξαφνικά ανακαλύπτουμε τη ματαιότητα της αλήθειας στον πολιτισμό του: ‘Ο θάνατός σου η ζωή μου.’
Είναι παράδοξο το πόσο πολύ γοητεύει τους ανθρώπους το ψέμα. Και κάθονται και φτιάχνουν μύθους, υπερήρωες, θρύλους. Ίσως τελικά η αληθινή ζωή, να είναι πολύ σκληρή γι’ αυτούς για να τη ζήσουν.
Που και που με πλημμυρίζουν μακάβριες σκέψεις. Ίσως να φταίνε κι αυτά που διαβάζω, γιατί, η μοναξιά, βρίσκει πολλές φορές διέξοδο στα σοκάκια της θλίψης. Ο Δάντης, ο Πόε, ο Νίτσε κι ο Ρεμπώ, κάνουν προφανώς κακό στην υγεία. Ας είναι!
Αν όλα πάνε καλά, την Τετάρτη φεύγουμε με την Άννα, τον Ντίνο, τον Ντάγκλας και δεν ξέρω με ποιους άλλους για κρουαζιέρα. Είναι ό,τι το καλύτερο για μένα τη συγκεκριμένη στιγμή. Το ταξίδι θα με βοηθήσει να ξεκαθαρίσω τις σκέψεις μου, και να στρώσω καλύτερα το δρόμο για τη νέα ζωή.
Έτσι, βέβαια, θα περάσουν και πιο γρήγορα οι μέρες, και θα ’ρθει πιο γοργά η ώρα, που θα σε ξαναδώ. Δεν ξέρεις πόσο ανυπομονώ γι’ αυτή τη συνάντηση.
Αυτές τις ώρες νιώθω έντονη την ανάγκη να αγαπηθώ αληθινά, όπως μόνο εσύ ξέρεις να μ’ αγαπάς. Τέτοιες στιγμές όλοι αναζητούν την αληθινή αγάπη, κι όχι μια αγάπη - μαϊμού, που σβήνει σαν τ’ αστέρια με το χάραμα.
Λένε ότι χρειάζεται πολύ δουλειά για να αποκτηθούν τα καλά σ’ αυτή τη ζωή. Σκέψου λοιπόν, η αγάπη, που είναι το υπέρτατο αγαθό, πόσοι αγώνες απαιτούνται για να αποκτηθεί. Και ίσως, μερικοί άνθρωποι, οι λιγότερο τυχεροί, να μην την αποκτήσουν ποτέ.
Ξέρω ξέρω, σε ζαλίζω με τις φιλοσοφίες μου, αλλά δεν μπορώ να κάνω και διαφορετικά. Μόνο με σένα μπορώ να μιλήσω τώρα πια γι’ αυτά τα πράγματα. Η Άννα πετάει στα σύννεφα, κι ο Ντάγκλας είναι συνέχεια απών απ’ τη χώρα. Δεν είναι η πατρίδα του βέβαια, αλλά καλά θα ’κανε να έμενε λίγο περισσότερο εδώ. Ξέρεις πως το βάφτισε η Άννα; - Κ. Περνοδιαβαίνωγιαναδω, κι όχι άδικα, αφού δεν κάνει τίποτ’ άλλο από το να ταξιδεύει.
Νικόλα μου, ειλικρινά, κάθε φορά που ξεκινώ για να σου γράψω τα ‘νέα’ μου, τα ’χω λίγο χαμένα, αφού μ’ εξαίρεση τα σημερινά, όλα τ’ άλλα μοιάζουν να μένουν πάντα τα ίδια. Γι’ αυτό και σε φορτώνω με τις σκέψεις μου. Σε τελική ανάλυση είν’ αυτές που μου φτιάχνουν τη μέρα, ή μάλλον τη νύχτα. Τα νέα μου είναι οι σκέψεις μου!
Μένω μόνη. Και σκέφτομαι. Σκέφτομαι. ‘Η μοναξιά είναι η μεγάλη μήτρα των σκέψεων’… Κάπου το διάβασα αυτό. Κάποτε όμως με πιάνει το παράπονο και λέω, από μέσα μου: ‘Γιατί ρε; Γιατί εγώ; Γιατί; Δε θέλω να ’μαι μόνη.’ (Είσαι εδώ, αλλά δεν είσαι κοντά μου).
Κάτι τέτοιες στιγμές προσπαθούμε να ξεφύγουμε απ’ τον εαυτό μας, γι’ αυτό καταφεύγουμε στους άλλους. Τις περισσότερες φορές όμως, όταν σου λείπει η αγκαλιά, όταν πεθυμάς το φιλί, νιώθεις πως η μοναξιά είναι καλύτερος παρηγορητής, από μια πληκτική - επειδή έτσι φαντάζει στα μάτια σου - συντροφιά.
Εκείνο που μ’ έκανε να σ’ αγαπήσω τόσο πολύ Νικόλα, είναι το ότι ποτέ δε θέλησες να με αλλάξεις. Ποτέ σου δεν κορόιδεψες την τρέλα μου. Πολλοί με θεωρούσαν ψώνιο, και με θεωρούν ακόμη, γιατί θέλω να διαβάζω, γιατί θέλω να γράφω. Προφανώς, δεν είμαι το στυλό γι’ αυτά τα μάτια, το στόμα γι’ αυτά τα αυτιά, όπως θα έλεγε κι ο Νίτσε. Σκέφτομαι, άρα είμαι ένοχη!
Τι να τους πει κανείς; Λένε: ‘Εγώ, αν ήμουν στη θέση σου θα….’ Ναι, θα ’καναν το ένα, θα ’καναν τ’ άλλο, αλλά τελικά δε θα ’καναν εκείνο που τους έλεγε η ψυχή τους. Κι όλο λένε, λένε. Να ξέραν πως να ακούν κιόλας…!
Το κακό με μας του έλληνες είναι ότι θεωρούμε όλοι τους εαυτούς μας δάσκαλους, μηδενός εξαιρουμένου. Ζούμε στη μοναδική χώρα όπου όλοι έχουν πάντα δίκιο. Κι αναλώνουμε τόσες πολλές δυνάμεις στο να το αποδεικνύουμε, στο να διδάσκουμε τους άλλους, που στο τέλος τέλος ξεχνάμε το μάθημα. Κι όλο αγχωνόμαστε. Κι όλο αποκαλούμε ‘πρωτοφανές,’ εκείνο που απλά δε γνωρίζουμε. Κι όλο ξεχνούμε πως η μεγαλύτερη χαρά στη ζωή είναι η χαρά του να είσαι, και όχι του να δηλώνεις πως είσαι. Κι όλο δίνουμε εξετάσεις, για ένα ‘καλύτερο αύριο’. Κάντε όνειρα, όχι εξετάσεις. Κι όλο ξεχνάμε την αγάπη. ‘Είμαι ένα ρεμάλι, αλλά αγαπώ την αγάπη,’ λέει ο Κέρουακ. Κι όποιος αγαπά, δέχεται τον άλλο όπως είναι, δεν τον κοροϊδεύει. Σε κοροϊδεύουν χίλιοι ένας και δε δίνεις δεκάρα, σε κοροϊδεύει κάποιος που αγαπάς και νιώθεις το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια σου. Εδώ ήθελα να καταλήξω.
Αχ, ρε Νικόλα. Αν διάβαζε ποτέ κανείς άλλος αυτά που σου γράφω, θα νόμιζε πως έπεσε πάνω στη μυστική αλληλογραφία της Μποβουάρ με τον Σαρτρ. Ναι, ξέρω, υπερβάλλω!
Σήμερα, χθες μάλλον, μια και είναι ήδη Τρίτη, επέλεξα να ζήσω - δεν ξέρω για πόσο - μες στην ανασφάλεια. Για να πω τα πράγματα με τ’ όνομά τους: δε μ’ ενδιαφέρει πια η πλήξη που προσφέρει η ασφάλεια. Τουλάχιστον κάποτε θα μπορώ να πω ότι έζησα όπως εγώ διάλεξα να ζήσω, πως δεν ήμουν ένας από τους αμέτρητους δήθεν.

‘… Ας το παίξουμε ασφαλείς,’ όπως λέει κι εκείνος ο μπίτνικ ποιητής. Ας φορέσουμε τη γαλλική γραβάτα μας, το ιταλικό κουστούμι, τα αγγλικά παπούτσια, το συνολάκι του ενός εκατομμυρίου, τη σμαραγδένια καρφίτσα, το λευκόχρυσο με διαμάντια περιδέραιο, τα ψηλά μας τακούνια από το Παρίσι, το χρυσό ελβετικό ρολόι. Ας το παίξουμε ασφαλείς. Ας το παίξουμε άνθρωποι. Τώρα πια δεν είμαστε, μόνο… το παίζουμε!.’ Από το σημειωματάριό μου, Νικόλα!

Εγώ δεν είμαι το κορίτσι με τα μοδάτα φουστάνια και τις χρυσές μπούκλες. Γενικά είμαι αρνητικό άτομο, όπως θα ’λεγαν και οι άψογοι τηλεκοινωνιολόγοι. Αγοράζω ό,τι λάχει φτάνει να είναι στο νούμερό μου. Δε με ενδιαφέρουν οι φίρμες. Δε ντύνομαι στον Μόντε Τσόγλανο, ούτε κτενίζομαι στο Χόστα Κλόστρα. Βλέπεις ποιαν ερωτεύτηκες; κακομοίρη μου!
Τώρα θα κάνω ζάπινγκ στο θέμα, μια και δεν το κάνω στο αθλιοκούτι. Η Άννα και ο Ντίνος, βρίσκονται στον έβδομο ουρανό της ευτυχίας. Πρώτη φορά βλέπω την Άννα σε τέτοια φάση. Σα να ζει σ’ ένα ονειρικό θόλο που κλείνει μέσα του την αιώνια ευτυχία. Εκείνος ο τρελός φαίνεται να έχει γίνει κάτι σαν ο ήλιος της. Την κάνει να γελά με το παραμικρό, της δίνει πολλή χαρά. Αυτό το καλοκαίρι ήταν φαίνεται αρκετό για να τους κάνει να συνδεθούν ως εκεί που έπαιρνε. Υπέφεραν κι οι δυο αρκετά απ’ τους ψεύτικους φευγάτους έρωτες, και τώρα ειλικρινά χαίρομαι, που είναι μαζί κι ευτυχισμένοι.
Τρία χρόνια γνωρίζονταν, έκαναν παρέα, διασκέδαζαν, κι όμως δεν τους πέρασε - μέχρι πρόσφατα - ποτέ απ’ το μυαλό, πως ίσως να βρίσκονταν πρόσωπο με πρόσωπο με τον έρωτα της ζωής τους, με τον άνθρωπό τους.
Μου ’ρχονται στα μάτια της σκέψης κάποιες σκηνές μιας διαδρομής με τρένο. Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι στέκονται ή κάθονται αντίκρυ μέσα σ’ ένα βαγόνι. Που και που ρίχνουν κλεφτές, ένοχες ματιές, ο ένας στον άλλο. Κάποια στιγμή, τα βλέμματα συναντιόνται. Διακρίνεις μέσα τους κάποια θλίψη. Μόλις πάει να φανεί ένα μικρό αδιόρατο χαμόγελο, τα μάτια χαμηλώνουν, ή ψάχνουν διέξοδο στο υπόλοιπο βαγόνι, ή στις εικόνες που φεύγουν πίσω απ’ το παράθυρο.
Τα βλέμματα συναντιόνται ξανά. ‘Τι να σκέφτεται άραγε;’ αναρωτιούνται ταυτόχρονα. Κάποτε φτάνει ο ένας απ’ τους δυο, ή και οι δυο μαζί στον αναπόφευκτο προορισμό. Οι δρόμοι τους χωρίζουν. Δε ρίχνουν καν μια τελευταία ματιά πίσω τους. Κι όμως σκέφτονται: ‘Αυτός θα μπορούσε να είναι ο άνθρωπός μου.’ Αν ένας απ’ τους δυο τους είχε την τόλμη να μιλήσει, ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά.
Μη μου πεις πως δε σου συνέβηκε ποτέ, γιατί θα σε βγάλω ψεύτη. Εμένα μου συνέβηκε αμέτρητες φορές, αλλά ευτυχώς δείλιασα - άντε καμάρωσε - και δεν υπήρξε συνέχεια!
Ευτυχώς ο έρωτας είναι απρόβλεπτος και δεν ξέρει κανείς πότε θα τον βρει. Δεν μπορείς να τον προγραμματίσεις. Θυμάμαι, τον περασμένο Μάρτη έλεγα: ‘Τον Απρίλη θα ερωτευτώ.’ Το ’λεγα για πλάκα, αλλά να που τελικά ερωτεύτηκα, έστω και με ένα μήνα καθυστέρηση. Με ποιον; δε θα σου πω!
Ζάπινγκ! Ξέρεις ποιοι είναι οι μεγαλύτεροι εχθροί του ανθρώπου, μετά από τον εαυτό του; - Το ρολόι και το ημερολόγιο. Προγραμματίζει την κάθε στιγμή, την κάθε του κίνηση. Δεν αφήνει περιθώριο για την έκπληξη κι έτσι γεννιέται η πλήξη. Τίποτα δεν αφήνει στην τύχη. όμως, τον αφήνει αυτή.
Νικόλα, θυμάσαι που λέγαμε πως όλες οι σοφές κουβέντες, όλες οι ατάκες που ακούγονται σήμερα, έχουν κάποτε ξαναειπωθεί; Ε, το λοιπόν είχαμε δίκιο. Κι αυτό το εξακριβώνω μέρα με τη μέρα. Μπορεί να ειπώθηκαν κάτω από διαφορετικές περιστάσεις, σε διαφορετικούς χώρους και χρόνους, αλλά αυτό δεν αλλάζει τίποτα.
Τελικά, σήμερα σοφός δεν είναι εκείνος που μιλά γνωστικά, αλλά εκείνος που ξέρει από που και τι να κλέψει, για να το παρουσιάσει στη συνέχεια σα δικό του. Ακόμη και οι συγγραφείς, που διεκδικούν τις δάφνες των διανοουμένων, δεν είναι παρά εκφραστές κλεμμένων σκέψεων.
Θα ακουστεί απόλυτο, αλλά πιστεύω ότι δε γράφει πια κανείς στις μέρες μας με πόνο ψυχής. Δε γελά και δεν κλαίει με τους ήρωες που περιγράφει ή δημιουργεί. Οι περισσότεροι γράφουν ευκολοχώνευτα βιβλιαράκια, για να δροσίζουν τους αναγνώστες τις καυτές μέρες του καλοκαιριού στις παραλίες. Δε γράφουν μεγάλα βιβλία, για να ζεστάνουν τις καρδιές τις κρύες νύχτες του χειμώνα, μπροστά από το τζάκι.
Ίσως τα βιβλία να είναι ο καθρέφτης της σημερινής κοινωνίας. Αυτές τις μέρες είμαστε τόσο αγχωμένοι και βιαστικοί, που δεν έχουμε χρόνο να ξοδέψουμε, έστω και για κάτι χρήσιμο, όπως η ανάγνωση ενός βιβλίου. Επιβιώνουμε, δε ζούμε! Χάνουμε τη στιγμή. Ας ζούσαμε τη στιγμή κι ας πεθαίναμε νέοι. Αυτό είναι προτιμότερο από ένα πρόωρο θάνατο στα ογδόντα μας.
Η ζωή, το μεγάλο αχ! Η ζωή, που γίνεται μέρα με τη μέρα όλο και πιο απρόσωπη. Σήμερα χρειαζόμαστε χαρτιά, αύριο κωδικούς, για να αποδεικνύουμε την ύπαρξή μας.
Ο κόσμος όλος μοιάζει να παίρνει μέρος σ’ αυτό το φοβερό παιχνίδι του παραλόγου, που ονομάζουν κοινή λογική. Ο κόσμος αυτός με τρομάζει. Όλοι. Όλοι θέλουν να είναι οι ίδιοι. Να κάνουν τα ίδια πράγματα. Να γίνονται αρεστοί. Να μοιάζουν σα δυο σταγόνες νερό. Κλωνοποίηση, προβατοποίηση.
Ο κόσμος τρελαίνεται. Πρώτη φορά δίνεται τόσο μεγάλη σημασία στην εικόνα, και καθόλου στην ψυχή. Όλοι φροντίζουν το είδωλο, τις δημόσιες σχέσεις. Χάνουν τον εαυτό τους, το είναι τους, πλην όμως, γίνονται αποδεκτοί.
Δεν υπάρχουν πια νέες ιδέες, μόνο νέες τάσεις. Παράγωγα ευφάνταστων δημοσιογράφων, γραφιάδων σε γκλα - μωρούς περιοδικά.
Τα κανάλια, τα ραδιόφωνα, οι εφημερίδες και τα περιοδικά μας πουλάνε τρέλα. Εννοώ, χέστηκα αν χώρισε ο ένας με την άλλη, αν άλλαξε η Μαριορή κτένισμα, αν έχασε το Λενιώ το σκυλάκι της, και πάει λέγοντας.
Αν αυτή είναι η ζωή, τότε αναρωτιέμαι σε ποιο πλανήτη ζω. Ξέρω ξέρω, θα γελάς τώρα. ‘Πήρε φωτιά πάλι το μωράκι μου,’ θα λες από μέσα σου, αλλά, με ξέρεις!
Κάπου, κάποτε νιώθω σαν τον Χάρολντ του Μπάιρον. Θυμάσαι αυτό το ποίημα;…

«…Δεν αγάπησα τον κόσμο, μα ούτε κι αυτός με θέλησε.
Δε λάτρεψα τις ιεραρχίες του
ούτε γονάτισα μπροστά στα είδωλά του.
Δε χαμογέλασα ψεύτικα
ούτε κραύγασα μια ηχώ για να λατρέψω.
Ανάμεσα στο πλήθος δεν ήμουν ένας ακόμη αριθμός
ήμουν μαζί τους αλλά δεν ήμουν δικός τους.
Πάντοτε ήμουν και θα είμαι μόνος
ζωντανός στη μνήμη τους ή ξεχασμένος…».

Πάντως, κάθε φορά που διαβάζω ποίηση σε θυμάμαι. Ίσως γιατί προτού να σε γνωρίσω, οι ποιητικές μου γνώσεις ήταν περιορισμένες.
Κι όταν διαβάζω τα γράμματά σου, επιστρέφω ξανά στο σιωπηλό σου τώρα δωμάτιο, την πληγωμένη κιθάρα, τα σημαδεμένα βιβλία, τους γδαρμένους δίσκους, και τη φροντίδα σου για το εργατικό δυναμικό της χώρας, όπως αποκαλούσες το κάπνισμα.
Πόσο ευτυχισμένη θα ’μουν τώρα, αν ήσουνα εδώ μαζί μου. Αν με κρατούσες στην αγκαλιά σου, αν με ζέσταινες με τα φιλιά σου, αν μου έδινες θάρρος - να προχωρήσω στη νέα ζωή - με τα λόγια σου, αν άνοιγες τα μάτια μου σ’ ένα ρόδινο κόσμο, διαφορετικό, αν… αν… αν…
Πάντα τέτοια ώρα με πιάνουν τα συναισθηματικά μου. Κλείνω τα μάτια και σε αισθάνομαι κοντά μου. Νιώθω τη ζεστή σου ανάσα πάνω στα βλέφαρά μου. Αγκαλιάζω τον εαυτό μου και φαντάζομαι, πως είναι τα δικά σου χέρια που με τυλίγουν. Βρίσκομαι μες στη ληθαργική ευδαιμονία της αγάπης. Μπορώ ακόμη και να μυριστώ το άρωμα του κορμιού σου. Ακούω, μες στη σιγή, μια φωνή να τραγουδά το κλασικό μας: ‘Every time you go away, you take a little piece of me with you...’
Αργά ή γρήγορα όμως, συνέρχομαι και βρίσκω τον εαυτό μου αντιμέτωπο με τη σκληρή πραγματικότητα της απουσίας σου. Συνήθως τότε, καλή ώρα σαν και τώρα, είναι που παίρνει να χαράζει, και βγαίνω έξω να ξεπλύνω τις σκέψεις μου στο πρωινό αγιάζι. Κάθε πρωί, η ίδια κίνηση: ξεπλένω τις σκέψεις μου! Ίσως κι η ζωή, να μην είναι τίποτ’ άλλο, από μια… μπουγάδα! Πριν κλείσω τα μάτια και βυθιστώ στα βαθιά κανάλια του ύπνου, νιώθω έναν άλλο γνώριμο σκοπό να γεμίζει την ύπαρξή μου… ‘Take it easy baby, take it as it comes’…Σε κούφανα, ε; Τώρα που το διάβασα, πιστεύω πως αυτό το γράμμα είναι το πιο παράλογο που σου έγραψα ποτέ, άρα και το πιο αντιπροσωπευτικό.
Μάλλον θα σου ξαναγράψω αύριο, προτού φύγουμε για άλλες θάλασσες.
Σε σκέφτομαι κάθε ώρα και στιγμή. Σ’ αγαπώ τόσο που οι λέξεις είναι πολύ φτωχές για να περιγράψουν. Κι όταν τα λόγια περισσεύουν, μένει μόνο η σιωπή.

Χωρίς εσένα τίποτα...».

Καθώς το κρύο φως του φεγγαριού υποδεχόταν την αυγή, ένιωσε ένα φρικτό πόνο να της ξεσκίζει το στήθος. Τινάχθηκε απ’ το στρώμα γιομάτη πόνο κι αγωνία, αδυνατώντας να ξεχωρίσει αν ο πόνος ήταν πραγματικός ή απλά ένας εφιάλτης… ένιωθε να πεθαίνει.
Το πορτατίφ ήταν ακόμη αναμμένο, και η Άννα εξακολουθούσε να αγκαλιάζει τον Ντίνο στα όνειρά της. Η Ακρόπολη παρέμενε ακίνητη στο ακίνητο τοπίο.
Ησύχασε. Έσβησε το πορτατίφ και άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί για λίγο στον κόσμο, που εκείνη τη στιγμή σα να ζωντάνευε, ξυπνούσε, έξω απ’ το ορθάνοικτο παράθυρο. Σε λίγο παρέδωσε τα όπλα στη γαλήνη του ύπνου.

Θα’ ταν γύρω στο μεσημέρι όταν ένιωσε ένα χέρι να την ακουμπά τρυφερά, ανάλαφρα στην πλάτη. Άνοιξε τα μεγάλα στρογγυλά πράσινα μάτια της, για να αντικρίσει το γλυκό χαμόγελο και το φλογισμένο βλέμμα της Άννας.
- Σε ζητάνε, της είπε.
- Ποιος; Δεν είναι ο γέρος, έτσι;
- Πλύνε το πρόσωπό σου για να ξυπνήσεις, κι έλα να δεις…

Σε λίγο.

- Νικόλα! Έμεινε άφωνη να τον κοιτάζει.
- Όχι, το φάντασμά του, αποκρίθηκε εκείνος και χαμογέλασε.
Τη στιγμιαία σιωπή που ακολούθησε, διαδέχθηκε ένα ξέσπασμα εκδηλώσεων αγάπης, ερωτικής λατρείας. Τον τύλιξε σα μάνα το παιδί στον κόρφο της κι άρχισε να τον φιλάει σαν τρελή, σα να ’ταν ο τελευταίος επιζών πυρηνικής καταστροφής.
Στην Άννα, που ’κανε μάτι, εκείνα τα φιλιά φάνταζαν αιώνια. Τόσο αθώα, τόσο αυθόρμητα, τόσο εκρηκτικά, τόσο… της αληθινής αγάπης! Λες και ήθελαν μεμιάς να αναπληρώσουν όλο το χαμένο χρόνο. Λες και εξοφλούσαν κάποιο γραμμάτιο που έληγε ακριβώς εκείνη τη στιγμή. Λες και το φιλί ήταν η δύναμη που έκανε τη γη να γυρίζει.
Κάποτε, σαν το όνειρο και το πάθος άρχισαν σιγά σιγά να δίνουν τη θέση τους στο σκληρό κι απάνθρωπο κόσμο, τον αληθινό, τα φιλιά έσβησαν κι η Σοφία έριξε τρομαγμένη, μια φευγάτη ματιά γύρω της, προσπαθώντας να δει αν υπήρχε άλλος κανείς στο δωμάτιο. Σα βεβαιώθηκε πως βρισκόταν μόνη εκεί, με το πιο γλυκό κομμάτι της ζωής της, αναστέναξε με ανακούφιση.
Τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Το βλέμμα της διεισδυτικό, φαίνονταν να τον διαπερνά πέρα ως πέρα. Και σε μια στιγμή τον φιλούσε και πάλι με πάθος, λες κι ήθελε να ρουφήξει από μέσα του ζωή. Διέσχιζε σαν κύματα με τ’ απαλά σαν από βελούδο δάχτυλά της, τα μακριά του τα μαλλιά. Έμοιαζε ολόκληρη μ’ ένα πλατύ, γλυκό χαμόγελο.
- Νικόλα, τι γυρεύεις εδώ;
- Κατάφερα να πάρω την άδειά μου πιο νωρίς απ’ ότι υπολόγιζα, έτσι πήρα το πρώτο αεροπλάνο κι ήρθα να σε βρω. Καλά δεν έκανα; Θα ’μαστε μαζί για δυο βδομάδες, μικρή μου διανοούμενη.
- Αμάν! Πάνω που ετοιμαζόμασταν να φύγουμε με την Άννα για κρουαζιέρα…
Άκουσε τα λόγια της και τρόμαξε κι η ίδια. Άλλα σκεφτόταν κι άλλα βγήκαν από τα χείλη της. Τα ’χε χαμένα.
- Δεν έρχεσαι και ’συ; τον ρώτησε αμέσως μετά, για να τα μπαλώσει.
- Μην ανησυχείς. Ούτε εγώ θα πάω, αλλά, ούτε κι εσύ. Η Άννα μου ’πε ότι δεν υπάρχει θέση ούτε για δείγμα. Οπόταν, όπως καταλαβαίνεις γλύκα, ούτε γάτα ούτε ζημιά, για μας τουλάχιστον.
- Ωραία! αποκρίθηκε, και το πρόσωπό της έλαμψε από χαρά.
- Άντε, φύγαμε!
- Για που;
- Από πότε άρχισε να σ’ ενδιαφέρει το που;

Ξεχνώντας να πουν έστω κι ένα αντίο στην Άννα, που τους είδε να περνούν σα σίφουνας από μπροστά της, βγήκαν από το αποπνικτικό διαμέρισμα για να περιφέρουν τον έρωτά τους στο νέφος. Μέσα στην τόση χαρά και τη βιασύνη τους, κατέβηκαν με τα πόδια τους οκτώ ορόφους της πολυκατοικίας, κι έστειλαν φιλιά στο θυρωρό, που δεν ήταν εκεί.
Ο ήλιος έλαμπε στον ταλαίπωρο αττικό ουρανό. Τα σύννεφα θα ’ταν ακόμη σε διακοπές, απ’ ό,τι μπορούσαν να διακρίνουν, μέσα απ’ τις λιγοστές χαραμάδες που άφησε ο πολυώροφος πολιτισμός μας. Η τροχαία κίνηση ήταν λιγοστή. Για τους δυο τους ανύπαρκτη. Αύγουστος, ο αποδεκατιστής της Αθήνας.
Πότε πότε περπατούσαν αγκαλιασμένοι, φιλιόντουσαν, γελούσαν μ’ όλη τους την καρδιά, διηγιόνταν ο ένας στον άλλο την ιστορία της ζωής του εκ νέου, κι ας είχαν όλα πολλάκις ειπωθεί, μιλούσαν για το χαρούμενο αύριο, για τα σχέδιά τους, όπως τώρα ξεδιπλώνονταν μπροστά τους. Άλλοτε, κρατούσε ο ένας το χέρι του άλλου κι έτρεχαν, νιώθοντας λεύτεροι σαν τα πουλιά, έξω απ’ το χώρο, έξω απ’ το χρόνο. Ο κόσμος όλος τις στιγμές εκείνες τους ανήκε, κι ήταν ένας κόσμος φανταστικός, εξωπραγματικός, ένας κόσμος όπου και τα πιο τρελά τους όνειρα θα μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα. Είχανε ταυτιστεί τόσο πολύ η Σοφία κι ο Νικόλας, που θα ’λεγε κανείς πως, αν πέθαινε ο ένας, θα χάνονταν και των δυο οι σκιές από τον κόσμο.
Λόγο το λόγο, βήμα το βήμα, φιλί το φιλί, έφτασαν στο τουριστοκρατούμενο Μοναστηράκι, του «How Nice!». Πέρασαν βιαστικά μπροστά από κάποιους, που δεν πουλήσανε ποτέ τίποτα σε κανένα με το ζόρι, μέσα από ένα πλήθος τουριστών που έψαχνε για bargains, και συνέχισαν για το Θησείο. Λίγο πιο πέρα απ’ την πασίγνωστη πια Πλατεία Αβησσυνίας, μπήκαν σε κάποιο μαγαζάκι κι αγόρασαν από ένα λογοκάπηλο μπλουζάκι, που έγραφε: «Δε φοβάμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα. Είμαι λεύτερος». Τα φόρεσαν αμέσως, έτσι για να μοιάζουν σα δυο σταγόνες νερό μέσα στον ωκεανό του πλήθους.
Φθάνοντας στο Θησείο αποφάσισαν να ανηφορίσουν για τη νεφοφαγωμένη Ακρόπολη, για να απολαύσουν μια μεγάλη φέτα ουρανό. Ένα πλήθος φωτογραφικών μηχανών, που συνόδευε ένα ισάριθμο πλήθος καταϊδρωμένων τουριστών, απαθανάτιζε τα αρχαία, μην τύχει και την κοπανήσουν κι αυτά για κανένα βρετανικό μουσείο. Μικρά μπουκάλια νερό, αγορασμένα στην τιμή δυο λίτρων βενζίνης, άλλαζαν χέρια.
Κάθισαν για λίγο πάνω απ’ την αρχαία αγορά. Δυο σώματα σε μια καρδιά, που εκείνη τη στιγμή κτυπούσε σαν τρελή. Λευκά περιστέρια της ζωής, του έρωτα, έφερναν σκιρτήματα χαράς φτερουγίζοντας στο κελάρι εκείνης της καρδιάς. Μια μαύρη σκιά ωστόσο φαίνονταν να τους σκεπάζει, και μόνο ο ένας μπορούσε να τη δει.
Σε λίγο, κατηφόρισαν για το Μοναστηράκι και πάλι, ακολουθώντας τις χαμογελαστές ορδές των δαιμόνιων φωτογράφων. Τώρα, περπατούσαν αργά. Καθόλου δε βιάζονταν. Γιατί να βιαστούν άλλωστε, αφού μπορούσαν να απολαύσουν τη στιγμή!
Πήραν την Αθηνάς με κατεύθυνση το κέντρο… Ναι, εκείνο το κέντρο που στα παλιά τα χρόνια φιλοξενούσε ένα σιντριβάνι. Ξαφνικά, η Σοφία σταμάτησε στη μέση του βρόμικου δρόμου, διακόπτοντας το αργόσυρτο αγκαλιαστό τους βήμα.
- Αποφάσισα να κόψω τα μαλλιά μου εδώ και τώρα, του είπε. Μια και η ζωή μου πρόκειται να αλλάξει οριστικά πολύ σύντομα, σκέφτηκα να αλλάξω λίγο και την εικόνα. Αν και είναι πολύ νωρίς για να λέω τέτοια… Έτσι δεν είναι; ρώτησε, και μια αμφιβολία φάνηκε στα μάτια της.
Εκείνος της είπε να κάνει ό,τι θέλει κι όπως το θέλει, κι η Σοφία δίχως δεύτερη κουβέντα, τον τράβηξε μαζί της στο πρώτο κομμωτήριο, που βρέθηκε στο δρόμο τους.
Σα βγήκαν έξω ήταν μεταμορφωμένη, έμοιαζε με κάποια άλλη. Θύμιζε κάτι από Βίκυ Βολιώτη στον «Τσαλαπετεινό του Wyoming».
Πήραν τον υπόγειο απ’ την άθλια Ομόνοια. Όρθιοι κι αγκαλιασμένοι αγνοούσαν τους γύρω τους, που δεν ήταν δα και πολλοί. Περισσότεροι ήτανε οι ζήτουλες απ’ τους επιβάτες, και κανείς απ’ αυτούς δεν είχε θέση στον κόσμο τους, τον αγγελικά - από έκπτωτους ίσως - πλασμένο.
Ο ήλιος βρισκόταν πέντε ώρες μετά το μεσουράνημά του, όταν έφτασαν στο διαμέρισμα της Άννας.
Ήταν νηστικοί, μα δεν ήταν πεινασμένοι. Χόρταιναν, άλλωστε, απ’ την αγάπη τους. Ήταν κουρασμένοι, εξαντλημένοι όχι. Αναγεννιόνταν απ’ την αγάπη.
Η Άννα ήταν άφαντη, το ίδιο και οι δικοί της έτσι είχαν ολόκληρο το διαμέρισμα για πάρτη τους, όπως κι οι δυο τους είχαν από μέσα τους ευχηθεί, χωρίς κανείς να το ομολογήσει. Πήγαν στο υπνοδωμάτιο. Φάνταζε στα μάτια τους σαν τη ζεστή φωλιά των χαμένων τους καημών.
Αγκαλιασμένοι στο ημίφως που διείσδυε μέσα απ’ τα κλειστά παραθυρόφυλλα, άρχισαν να χορεύουν σαν ένα, στους ήχους μιας παλιάς μελαγχολικής μπαλάντας. Η μουσική κινούσε τα φλεγόμενα κορμιά τους, σε ρυθμούς μαγικούς, υπνωτικούς. Τα πεταχτά φιλιά και τα χάδια, αποκτούσαν όλο και περισσότερο πάθος. Ανάσες καυτές σα ψίθυροι, μεγάλωναν τον πόθο. Τα ζεσταμένα τους πρόσωπα έμοιαζε να φωτίζει, μια αγκαλιά ηλιοβασίλεμα. Δε μιλούσαν.
Η μουσική σταμάτησε κι ο μόνος ήχος που σπούσε τη σιωπή ήταν οι ανάσες τους. Σώπαιναν. Σώπαιναν κι αφουγκράζονταν τη λαχτάρα της ψυχής, τη μεγάλη φωτιά του κορμιού. Ξάπλωσαν αγκαλιασμένοι. Ζούσαν μέσα σ’ ένα όνειρο. Ένα τόσο γλυκό όνειρο.
Η ένωσή τους θα έφτανε επιτέλους στην ολοκλήρωσή της. Τόσο, μα τόσο ξαφνικά! Τόσο αναπάντεχα! Στην αρχή ένιωσε ένα ρίγος και μετά, ένα απροσδιόριστο φόβο να την κυριεύει. Δεν άργησε όμως να του παραδοθεί ολοκληρωτικά. Άλλωστε όλα εκείνα τα ατέλειωτα βράδια της μοναξιάς της αυτό σκεφτόταν, αυτό περίμενε, αυτό ονειρευόταν. Και να, όπως και τώρα, δάκρυα ευτυχίας γέμιζαν τα μάτια της. Το μόνο που τούτα δω ήταν πιο γλυκά, μια αποκάλυψη.
Αφέθηκε στα χάδια του, στα φιλιά του, στην πρωτόγνωρη δίνη του πόθου. Εκείνο το κάτι που πάντα βαθιά μέσα της φοβόταν, τώρα της φαίνονταν σαν κάτι το φυσικό, σαν την αναμενόμενη κατάληξη, την τελειοποίηση του έρωτά της. Ένιωθε όλη την αγάπη, όλη εκείνη την τρυφερότητα, που εξέπεμπε της ζωής της ο σύντροφος, ο ένας και μοναδικός. Η φλόγα του πόθου, το πάθος του έρωτα , έκαιγε σαν πύρινη φωτιά τα κορμιά τους καθώς γίνονταν ένα. Το μυστήριο του έρωτα λύθηκε για τη Σοφία, και το μόνο που αισθανόταν πια ήταν χαρά. Χαρά και ανακούφιση.
Παρέμειναν για πολύ ώρα στο κρεβάτι, ξαναμμένοι, γυμνοί, αγκαλιασμένοι. Στο βλέμμα της Σοφίας ήταν ζωγραφισμένη η γαλήνη, και μια ονειρική ευτυχία. Χαμογελούσε. Πόσο γλυκά χαμογελούσε! Έκλεινε τα μάτια, τα άνοιγε, και σαν αντίκριζε τον Νικόλα απογειωνότανε σε άγνωστους ως τότε ουρανούς ευτυχίας, μόνο και μόνο επειδή ήταν εκεί.
Πρώτος σηκώθηκε απ ’το κρεβάτι εκείνος. Μπήκε στο μπάνιο για λίγα λεπτά, και σα βγήκε της μίλησε:
- Κορίτσι μου, θα πεταχτώ για μια στιγμούλα στο περίπτερο να πάρω τσιγάρα και θα επιστρέψω. Μη μου φύγεις. Έτσι αγαπούλα;
Δεν του απάντησε. Μονάχα παρέμεινε με το χαμόγελο, ζωγραφισμένο στο γαληνεμένο της πρόσωπο να τον κοιτάει. Την πλησίασε, τη φίλησε στο μέτωπο, στα χείλη, της χάιδεψε τα μαλλιά. Έμοιαζε με το τελευταίο, εκείνο το χάδι.
Μόλις άκουσε την εξώπορτα να κλείνει, σηκώθηκε. Μισάνοιξε το παράθυρο και τον είδε να βγαίνει απ’ το κτίριο και με αργόσυρτο βήμα να απομακρύνεται. Έστρεψε το βλέμμα της προς τα πίσω κι αντίκρισε το κρεβάτι. Είχε ξεπεράσει κατά ένα βήμα την αιμάτινη απόδειξη πως ήταν γυναίκα. Κοίταξε ξανά τον Νικόλα, που καθώς απομακρυνόταν, της φάνηκε πως της κούνησε το χέρι σα σε αποχαιρετισμό.
Όπως στεκόταν ολόγυμνη, μπροστά από εκείνο το ανοιχτό παράθυρο, παρακολουθώντας τη φιγούρα του να θολώνει και να χάνεται στο πουθενά, ένιωσε ένα χέρι να την ακουμπά στο γυμνό ώμο, και ξύπνησε! Η Κολέτ, μ’ ένα βλέμμα, που θύμιζε ραγισμένο καθρέφτη, βρισκόταν στο προσκεφάλι της.
- Σε ζητάνε στο τηλέφωνο, της είπε με κομμένη φωνή, προσπαθώντας να συγκρατήσει κάποιο λυγμό.
Ένιωσε ένα φοβερό πόνο στην ψυχή καθώς σηκωνόταν από το κρεβάτι. Προτού πάρει στο χέρι της το ακουστικό, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, για να αντικρίσει ένα πονεμένο βλέμμα, και τα μακριά κυματιστά της μαλλιά.
- Ναι!
- Σοφία, ο Μήτσος…
- Πως έγινε;
- Ξέρεις;
- Ξέρω… το προαισθάνθηκα.
- Λένε πως είναι ατύχημα.
- Εσύ τι λες;
- Όχι!
- Το ’ξερα.
- Προσπαθούν να μη βγει έξω το θέμα, έτσι θα επιμείνουν σ’ αυτή την εκδοχή.
- Τα ναρκωτικά;
- Ίσως.
- Πότε θα γίνει η κηδεία;
- Το απόγευμα, για να κλείσει η υπόθεση.
- Πότε έγινε; Ξέρεις… το κακό,
- Το χάραμα, σήμερα.
Κατέβασε το ακουστικό χωρίς να ρωτήσει τίποτ’ άλλο. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, κι αυτή τη φορά αντίκρισε το τίποτα.
- Σοφία…
- Είμαι εντάξει, Άννα.
- Είσαι σίγουρη;
- Ναι! Που θα γίνει η κηδεία;
- Εκεί κοντά στο σπίτι του. Τον έχουν μεταφέρει με αεροπλάνο.
- Μου λες, όταν θα είναι η ώρα;
- Ναι… Θες να σου φτιάξω κάτι να φας, ή ένα καφέ ίσως;
- Ω, όχι Αννούλα μου, σ’ ευχαριστώ!
- Καλά. Αν χρειαστείς τίποτα, φώναξέ με.
Έφυγε κλείνοντας πίσω της την πόρτα. Η Σοφία ρίχτηκε στο κρεβάτι. Σφιχτόκλεισε τα μάτια, για να δει μέσα τους το είδωλο του Νικόλα. Ο πόνος της σκληρής αλήθειας διαπερνούσε τα ερμητικά κλεισμένα βλέφαρα. Πόσο απατηλό αποδείκτηκε το όνειρό της! Πόσο απατηλή εκείνη η ευτυχία! Κι όμως το όνειρο εκείνο το βίωσε τόσο έντονα, σα να ’ταν αληθινό. Ένιωσε το ρίγος, τον πόθο και το πάθος… Ω, ήθελε τόσο πολύ να μην ήταν απλά ένα όνειρο. Κι όμως όλα της φώναζαν πως είναι: τα μακριά μαλλιά του Νικόλα, ο δίσκος που άρχισε από μόνος του να παίζει στο πικ απ, τα μπλουζάκια που ψώνισαν χωρίς λεφτά, και τα οποία φόρεσαν, αλλά δεν πήραν μαζί τους στο σπίτι…
Δεν έμεινε για πολύ ώρα στο κρεβάτι. Σηκώθηκε, και ευρισκόμενη φανερά σε νευρική υπερδιέγερση, κάθισε στο γραφείο της Άννας, κι άρχισε να γεμίζει τις γραμμές, τις σελίδες, τα τετράδια μιας ψυχής, που φαίνονταν να χάνεται σα μοναχική ανεμώνα, όχι στο χώμα, αλλά στον αέρα, στο άπειρο.
«Μ’ ανθισμένο λουλούδι, που απ’ τη μια στιγμή στην άλλη μαράθηκε, μοιάζει τώρα η ζωή μου,» έγραψε στο ημερολόγιό της, ενώ ένα τετράδιο δεχόταν για πολύ ώρα στη συνέχεια, μια δριμεία επίθεση αγανάκτησης και πονεμένων συναισθημάτων.
Νωρίς το απόγευμα η Άννα της πήγε ένα μεγάλο φλιτζάνι καφέ, για να τη βοηθήσει να πνίξει έστω και για λίγο στο νερό, το άρωμα και το χρώμα τη θλίψη της. Πικρό σαν τον καφέ ήταν το δείλι εκείνο.
Τη βρήκε σκυμμένη πάνω από ένα τετράδιο, κρατώντας ένα στυλό, με το χέρι να αιωρείται στο κενό. Απλά σκεφτόταν, δεν έκλαιγε! Δεν αντιλήφθηκε την Άννα, παρά μόνο αφού ακούμπησε το φλιτζάνι πάνω στο γραφείο. Γύρισε και την κοίταξε ξαφνιασμένη. Ήταν φανερό πως η φίλη της είχε κλάψει πολύ.
- Σ’ ευχαριστώ.
- Δεν κάνει τίποτα. Πιες τον προτού κρυώσει, το χρειάζεσαι.
Πήρε το φλιτζάνι και άρχισε με αργές γουλιές να πίνει το περιεχόμενό του, που ένιωσε να της καίει το λαιμό.
- Πρέπει να φας και κάτι. Από χθες είσαι νηστική.
- Από προχθές, αλλά, δεν έχει σημασία.
- Έλα ρε Σοφία, άσ’ τα αυτά τώρα. Πρέπει να φας. Δεν είναι ανάγκη να κάνεις κακό στον εαυτό σου.
- Άσε με Άννα μου, δεν μπορώ τώρα. Θα φάω μετά. Σ’ το υπόσχομαι.
- Εντάξει. Δε μ’ αρέσει να σε πιέζω.
- Σ’ ευχαριστώ πάντως!
- Εντάξει. Εντάξει!
Η Άννα ξεκίνησε να φύγει. Κοντοστάθηκε όμως για μια στιγμή και γύρισε το κεφάλι για να δει ξανά τη Σοφία, που ’χε αρχίσει πάλι να γράφει.
- Σε μια ώρα να ’σαι έτοιμη να φύγουμε, της είπε. Δεν πήρε απάντηση. Ούτε περίμενε, άλλωστε να πάρει. Εκείνη τη στιγμή γραφόταν η πιο μαύρη σελίδα στη ζωή της φίλης της, καθώς ο θρίαμβος της προηγούμενης νύχτας, είχε τώρα δώσει τη θέση του σ’ ένα από τους πιο διαβολεμένους θρήνους.
Βίωνε μια από τις πιο σπαραξικάρδιες στιγμές, που ζει από την ώρα που θα πατήσει το πόδι του σ’ αυτή τη γη, μέχρι που θα αφήσει την τελευταία του πνοή, ο άνθρωπος.


Η στρατιωτική μπάντα παίζει το νωχελικό εμβατήριο του θανάτου που δεν ακούγεται. Κηδεία με τιμές, δημοσία δαπάνη. Η κάσα που φιλάει το σώμα του, σκεπασμένη με μια τεράστια σημαία. “Θυσιάστηκε για την πατρίδα” θα έλεγαν μετά. Κλάμα, υστερία και οδυρμός για κάποιον που ποτέ δε γνώρισαν πραγματικά. Πλήθος κόσμου πνίγει το δρόμο. Τέσσερις φαντάροι μεταφέρουν αργά, σχεδόν ευλαβικά, την άνοιξη της Σοφίας με προορισμό το πουθενά ή εκείνο το άγνωστο κάτι. Μπροστά και πίσω από το φέρετρο, βουβά στρατιωτικά οχήματα, που δίνουν στον πόνο μεγαλείο. Ακόμη και τα σκυλιά σωπαίνουν. Μένουν ακίνητα, με κατεβασμένες τις ουρές, απορώντας. Ένα περιστέρι τρομάζει απ’ το θόρυβο και τη θανατερή σιωπή και φεύγει, σαν τη ζωή μακριά, με δυο τινάγματα των φτερούγων του. Πρόσωπα κίτρινα, βγαλμένα από το νέφος του πένθους σωπαίνουν, λέγοντας εκείνα που δε θα ’πρεπε ποτέ να ακουστούν. Ολόκληρη χορωδία από παπάδες αποχαιρετά το σώμα, που κάποτε έκλεινε μέσα του μια ψυχή. Ένα κορίτσι, γαντζωμένο στο λαιμό της μάνας του δακρύζει βλέποντας το πιο συνηθισμένο φαινόμενο στον κόσμο ετούτο. Μια μαραζωμένη μάνα προσπαθεί να στηρίξει μια ύπαρξη που λιώνει, σε πόδια που αρνούνται να υπακούσουν. Κάποιος πατέρας, περήφανο δάκρυ, με ακίνητο βλέμμα, αντικρίζει στο γύρω του χάος, κάτι που δε φαίνεται. Και τα τηλεοπτικά συνεργεία σε κάθε γωνιά, μην τύχει και χάσουν τον πόνο που γίνεται θέαμα. Αυτή είναι η ζωή. Αυτό είναι το ψέμα. Ετούτη τη μέρα πεθαίνει η ελπίδα, αν υπάρχει αυτό το πράγμα και αν πεθαίνει. Ένα κορίτσι μοναχό στον κόσμο της σκέψης του, βλέπει και δε βλέπει και σωπαίνει. Τα μάτια στεγνά, καθόλου δε δάκρυσαν. Κόσμος πολύς περνά από μπροστά από δίπλα του, αλλά δε βλέπει κανένα, τίποτα. Περνούν σα σκιές αφήνοντας πίσω τους τη φορά της κίνησής τους. Μυστήριες γραμμές που δε δίνουν σχήμα. Κι ένας υπόκωφος θόρυβος. Σα σκηνή από μια άθλια κινηματογραφική ταινία, με άχρωμο φόντο. Βαθιά μες στο βλέμμα της, βλέπεις να κτυπά η καρδιά του. Οι δρόμοι στάζουν αίμα, και οι χείμαρροι του ουρανού το μεταφέρουν ψηλά, μέσω των τηλεοπτικών συνεργείων.
«Αχ ρε Νικόλα μου, Νικόλα! Ο θάνατός σου έγινε τηλεοπτικό πανηγύρι. Ακόμη και κείνοι που σου μπήξαν το μαχαίρι στην καρδιά είναι εδώ. Θρηνούν για το χαμό σου ή θέλουν να σιγουρευτούν πως πέθανες; Κι όμως κλαίνε. Θεέ μου, τόση υποκρισία! Να δεις που ακόμη και πάνω απ’ τον τάφο σου θα αραδιάσουν ένα σωρό ψέματα. Πάντα έτσι κάνουν. Έτσι είναι το σωστό. Χα, το σωστό! Γιατί; Γιατί δε σ’ αφήνουν ήσυχο; Γιατί ακόμη και τώρα που είσαι νεκρός να μη σου δίνουνε χάρη; Πέθανε. Πάει πια. Άστε τον, αμετανόητοι υποκριτές. Άστε τον να ζήσει μέσα μου. Στην ιστορία συνηθίζουν στα τυχαία συμβάντα να προσδίδουν ηρωικό χαρακτήρα. Να δεις Νικόλα μου, που θα σε βαφτίσουνε ήρωα. Δεν ήσουν ήρωας. Αλήτης ήσουν. Αλλά, τουλάχιστον εσύ ήσουν αληθινός. Αληθινός κι αλήτης. Ο δικός μου αλήτης. Ο αλήτης της ψυχής μου, ο γυρολόγος της καρδιάς μου. Η ζωή δεν είναι μόνο χαρά, αλλά ούτε και μόνο δάκρυ. Εσύ μου ’δωσες μόνο χαρά κι ας μην το πίστεψε, κι ας μην το πιστέψει ποτέ κανείς. Ναι, δάκρυσα για σένα, μα ήταν δάκρυ γλυκό, της χαράς κι όχι του πόνου. Τώρα που έφυγες, φυλάω τον τελευταίο σταλαγμίτη των ματιών μου, το τελευταίο μου δάκρυ. Θα το χύσω όταν ιδωθούμε ξανά… Διάβασες την ψυχή μου ρε παλιομπαγάσα, τη διάβασες. Έλεγες πως οι άντρες δεν μπορούν να φτάσουν ως τον πυρήνα του κρατήρα της γυναικείας ψυχής… Τόσο ποιητικό! Αλλά, εσύ έφτασες. Είμαι γυναίκα εγώ, ξέρω. Άγγιξες την καρδιά μου. Σ’ τα είπα όλα. Όλα όσα είχα να πω. Όλα όσα θα μπορούσαν ποτέ να ειπωθούν. Αχ, να ζούσες ακόμη… Αλλά, έπρεπε, απ’ ό,τι φαίνεται να πεθάνεις. Η ζωή διαρκεί μια μόλις στιγμή, λένε οι κινέζοι. Πόσο δίκιο έχουν! Κι όμως, όσο αυτά τα μάτια είναι ανοικτά θα ζεις μέσα τους. Η πορεία μας στη ζωή τελικά, είναι σαν ένα ποίημα χαϊκού. Στη διάρκεια των τριών γραμμών του πρέπει να βρούμε και να δικαιώσουμε το σκοπό της ύπαρξής μας. Εσύ, δε βρήκες το δικό σου σκοπό Νικόλα. Το μονοπάτι ήταν μικρό, ο περίπατος σύντομος. Μια ανάσα που κόπηκε. Πόσο θλιμμένος είναι αυτός ο άνεμος του φθινοπώρου! Τα σύννεφα γκρίζα, αθόρυβοι συνένοχοι, κι η ατμόσφαιρα μπουχτισμένη. Σαν κάποιος να πήρε μια βούρτσα και ν’ άλλαξε το χρώμα της ζωής μου. Κλάμα, τόσο κλάμα! Σε κλαίνε. Σε φωνάζουν να γυρίσεις. Σα να μην ήταν αυτοί οι ίδιοι που έσπρωχναν από μακριά το θάνατο να ’ρθει να σε βρει. Θάνατος. Ζωή. Απάτη. Φανερές αήθεις οφθαλμαπάτες του αύριο που έφυγε. Του δικού μας αύριο… Κι όμως, υπάρχει ακόμη η αγάπη. Η αγάπη είναι αληθινή. Αληθινή, αλλά δύσκολο να βρεθεί. Εμείς τη βρήκαμε, αλλά τη ζήσαμε για πολύ λίγο. Τη ζήσαμε όμως έντονα. Τη ζήσαμε ολοκληρωτικά. Τη ζήσαμε μέσα μας… Δεν κλέβουν τα καλύτερα χρόνια μας. τα χαρίζουμε. Κι εσύ, δυστυχώς, τα χάρισες. Κάθε τι θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Χωρίς εσένα η ζωή μου μοιάζει τώρα τόσο άδεια. Άδειασε το σώμα, η κυψέλη της ψυχής, απ’ το περιεχόμενό του. Θυμάμαι τα χάδια σου. Τώρα, τα χάδια σκοτάδια. Τα όνειρα που κάναμε μαζί. Τώρα, τα όνειρα άδεια. Χαμένος καημός… Με τα ναρκωτικά ξέφευγες. Έκανες μικρές απόπειρες απόδρασης απ’ τον αληθινό κόσμο, το φτιαχτό. Το μόνο… Το μόνο, που αυτή τη φορά δε γύρισες. Προσπαθούσες να σκοτώσεις τον ψυχοφθόρο χρόνο. Και σκότωσες την ψυχή σου. Έλεγες ότι η ζωή σου ήταν απρόσωπη. Τώρα καταλαβαίνω τι εννοούσες. Βαρέθηκες να βλέπεις ασπρόμαυρα όνειρα, και αφέθηκες τελικά μοναχά στο μαύρο, στο σκοτάδι… Αιμάτινες ανταύγειες χρωμάτιζαν το πρωί τον ορίζοντα. Οι ίδιες ή παρόμοιες ανταύγειες θα χρωματίσουν το βράδυ την άλλη του άκρη. Ο κύκλος της ζωής. Ο δικός σου ήταν μικρός. Μια μέρα που δεν έφτασε ποτέ στο μεσημέρι. Κι αυτοί… αυτοί οι αιωνίως αγνοούντες παντογνώστες θα λένε… λόγια. Λόγια, λόγια, λόγια, παρηγοριές της στιγμής. Θα λένε: “Λυτρώθηκε”. Ακούς Νικόλα, λυτρώθηκες! Ο θάνατος είναι, λένε, λύτρωση. Ε, αφού είναι λύτρωση, γιατί τον φοβούνται τόσο, το μαύρο ετούτο πρίγκιπα; Γιατί φοβούνται να λυτρωθούν; Θα πάψουν άραγε ποτέ να ζουν στο φαίνεται; Θα μάθουν να ζουν την αλήθεια; Την αλήθεια; Μα δεν μπορούν να ανεχτούν την αλήθεια. Το ψέμα τους είναι πιο πιστευτό από οποιαδήποτε αλήθεια και η ειλικρίνεια είναι πιο δυσκολοχώνευτη από το ψέμα. Γι’ αυτό επιμένουν να ζουν στο ψέμα. Κάνει τη ζωή πιο εύκολη. Άνθρωποι, άνθρωποι… Νικόλα μου, αν ήσουν εδώ θα σου έδινα όλα τα δώρα της ψυχής μου, και θα σε ’παιρνα αγκαλιά, να φύγουμε μακριά, γι’ άλλα μέρη… Για δες τους όλους αυτούς. Όλοι τριγύρω δακρύζουνε. Όλοι. Σα να πέθανε το σύμβολό τους. Δες τις κυράδες. Κρατάνε, στηρίζουν τη μάνα σου. Χύνουν κροκοδείλια δάκρυα, οι κλαίουσες. Σκατά. Υποκριτές. Τώρα όλες λένε: “Ήταν καλό παιδί”. Μετά, σαν πάνε στα σπίτια τους θ’ αλλάξουν τροπάρι, οι γριές κότες. “Ήταν αλήτης”, “Ήταν κλέφτης”, “Ήταν πρεζόνι”, “Ήταν παλιόπαιδο”. Αυτά θα λένε μετά, και θα ρουφάν και τον καφέ για επιβεβαίωση… Η Άννα. Η Άννα. Μόνο αυτή ξέρει. Μόνο αυτή καταλαβαίνει, και σωπαίνει. Κάτι τέτοιες στιγμές, τα λόγια πέφτουν στο κενό… και το φτωχό τους το μυαλό, η σκληρή θλίψη το λιώνει. Που το διάβασα αυτό;… Το δάκρυ. Το δάκρυ ξεπλένει τον πόνο, τη δυστυχία. Έτσι λένε. Μα εγώ δε δακρύζω. Θέλω να είμαι δυστυχισμένη, αν αυτή είναι η δυστυχία. Ναι, το θέλω. Κάθε μέρα μακριά σου είναι σαν αγκάθι στην καρδιά μου. Και τη ματώνει. Τη ματώνει όλο και πιο πολύ. Και θα τη ματώνει και στο μέλλον. Θα τη ματώνει μέχρι να ’ρθει εκείνη η μέρα, που θα πάψει να κτυπά στον κόσμο της ύλης, και θ’ αρχίσει να κτυπά στον κόσμο των ψυχών, πλάι στη δικιά σου. Πόσο θα ’θελα τούτη την ώρα να ήμουνα ζωγράφος ψυχών, έτσι, για να μπορέσω να ζωγραφίσω την ψυχούλα σου. Για να τη γνωρίσουν και κείνοι που δε τη γνώρισαν στ’ αλήθεια. Για να ζήσει ξανά!… Λόγια… Σκέψεις … Παραισθήσεις… Ψάχνω να βρω το βαρόμετρο της καρδιάς μου… Καρδιά… Ψυχή… Έρωτας… Αγάπη… Ζωή… Θάνατος… Ζωή… Τι μεγάλες λέξεις! Από ’δω και πέρα Νικόλα θα ’μαι Λέων κι όχι κλαίων, κι ώσπου αντέξω. Δεν έχει σημασία. Τίποτα δεν έχει σημασία. Δεν έχει σημασία πόσο θα ζήσω, αλλά πως θα ζήσω! Δεν έχει σημασία πόσα θα κάνω, αλλά τι θα κάνω! Δεν έχει σημασία ποιον αγάπησα, αλλά πόσο αγάπησα… Γιατί έφυγες Νικόλα; Γιατί; Πάντα θα κατοικάς στις σκέψεις και τα όνειρά μου, αλλά γιατί έπρεπε να φύγεις; Μήπως δε μας αναλογούσε ένα μεγαλύτερο κομμάτι πίτα ευτυχίας στη ζωή; Θάνατος. Θάνατος. Θάνατος. Αλλά, έτσι κι αλλιώς τι είμαστε όλοι; μελλοντικοί νεκροί! Να, τι είμαστε. Είτε μας αρέσει, είτε όχι. Τουλάχιστον ζήσαμε. Έστω και λίγο. Και κάναμε όνειρα. Το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε κάποιον είναι να μην κάνει όνειρα. Άνθρωπος μ’ ένα πόδι, μ’ ένα χέρι, με μισή καρδιά, μπορεί να ζήσει. Χωρίς όνειρα, όχι!… Πρέπει να ζούμε την κάθε στιγμή και να μη φοβόμαστε το θάνατο. Χάνουμε τις χαρές της ζωής με το φόβο του θανάτου… Μάταια; Λες να είναι όλα μάταια τελικά; Μήπως ζούμε λάθος; Λάθος ζωές; Λάθος ψυχές;… Πως θα ζήσω τώρα μόνη, μου λες; Τι νόημα θα έχει μια αγάπη, κλεισμένη στην κάσα, θαμμένη στο χώμα; Και τι νόημα έχουν όλα αυτά; Τι νόημα έχουν οι στρατιωτικές τιμές; Τι τιμάνε; Ποιον τιμάνε;… Αφού δεν τιμούν τη ζωή! Τώρα πια… τίποτα. Δε θα φιλήσω ξανά τα στεγνά σου χείλη. Δε θα αντικρίσω ξανά τα παραπονεμένα σου μάτια. Δε θα χαϊδέψω ξανά τα άλλοτε μακριά σου μαλλιά. Το αδύναμο χέρι σου, που ζέσταινε γλυκά το πρόσωπό μου με το χάδι του, δε θα με αγγίξει ξανά. Δε θα ξεκουράσεις ποτέ πια το κεφάλι σου στα γόνατά μου. Το λιμάνι της αγκαλιάς μου δε θα σε υποδεχθεί ξανά, απλά γιατί δε θα ’ρθεις. Η ζωή μου του αύριο, θα είναι για πολύ καιρό οι αναμνήσεις του χθες. Θα ’ναι τα τραγούδια που έπαιζες στην κιθάρα, και που τα λέγαμε μαζί, παρέα με το δάκρυ. Αχ, τα τραγούδια μας. Τα παράπονά μας. Τώρα, που… μας θυμήθηκα, θέλω να χαμογελάσω, αλλά δεν κάνει. Δε θα καταλάβουν… Τα παράπονά μας! Όλα εκείνα που λέγαμε στο δωμάτιό σου μέσα. Και οι καπνοί απ’ τα εγχώρια τσιγάρα σου, που μ’ έπνιγαν. “Εγχώρια ομίχλη”, μου έλεγες. “Να στηρίξουμε τα παιδιά τα δικά μας”. Υποστηρίζαμε τα παιδιά τα δικά μας… Και τα παράπονά μας. Πόσα πολλά παράπονα είχαμε! Θυμάμαι τα λόγια σου. Τα τρικυμιώδη σου λόγια. Δεν έχω ξεχάσει ούτε μια απ’ τις λέξεις, που έφευγαν σαν ουρλιαχτό απ’ τα χείλη σου: Τους βαρέθηκα. Τους βαρέθηκα όλους. Τους υποκριτές. Σιχαίνονται, λέει, την υποκρισία. Σιχαινόμαστε την υποκρισία. Οι ψεύτες… ή ίσως όχι, δεν είμαστε ψεύτες. Σιχαινόμαστε την υποκρισία, όταν υποκριτές είναι οι άλλοι. Όταν είμαστε εμείς, δεν την προσέχουμε καν… Λόγια. Μόνο ψεύτικα λόγια ξέρουμε να λέμε…Και σ’ ένα και μόνο πράγμα είμαστε σ’ όλη μας τη ζωή συνεπείς. Μόνο σ’ ένα. Στο θάνατο. Στο θάνατο. Πεθαίνουμε ανελλιπώς κάθε μέρα, μέχρι που ένα πρωί ξημερώνει για ολόκληρο τον κόσμο, εκτός από μας και κάποιους άλλους… Οι άλλοι… Οι άλλοι. Εκείνοι οι άλλοι. Για τους άλλους ζούμε. Ζούμε; Για τους άλλους ξοδευόμαστε. Κι η ζωή… η ζωή χαραμίζεται. Δεν έχουμε όνειρα. Τιποτένιες φιγούρες που δεν έζησαν. Βαρέθηκα. Βαρέθηκα… Μας λένε. Όλο μας λένε… για τη δόξα των παλιών. Δόξα! Δόξα αποκαλούμε το μασκαρεμένο ψέμα. Τι έκαναν οι παλιοί; Οι παλιοί ήταν ηλίθιοι. Ξυπνάτε ρε!… Ζούμε σήμερα, όχι χθες. Όχι χθες. Κι όλο βιάζεστε. Βιάζεστε. Βιάζεστε τόσο πολύ, που δεν προλαβαίνετε να ζήσετε… Στοιβάχτε βρε τσογλάνια, στοιβάχτε χρήμα, στοιβάχτε τρελοί ευτυχία. Αυτή είναι η ευτυχία ρε; Που είναι η αγάπη; Πάμε πια, χαθήκαμε! Ξεχάσαμε πως να αγαπάμε. Αγαπάμε εγωιστικά. Πως τα καταφέραμε έτσι; Σάρκα έχουμε, οστά έχουμε, μα δεν έχουμε αγάπη. Το πνεύμα που θα τους δώσει ζωή…

Σαν άρχιζες να μιλάς μ’ αυτό τον τρόπο δε σταματούσες με τίποτα. Ερχότανε κι ο πυρετός της στέρησης και σε τρέλαινε. Πόσες φορές δε σμίξαμε τα δάκρυά μας! Κι εγώ, η τρελή, ένιωθα αγαλλίαση, ευτυχία, επειδή δακρύζαμε μαζί. Σε έπιαναν, θυμάμαι, οι σπασμοί και οι φοβίες. Κάτι τέτοιες στιγμές, φοβόσουν τα πάντα. Φοβόσουν να ζήσεις. Φοβόσουν να πεθάνεις. Κι έλιωνες σαν κερί στην αγκαλιά μου. Ήτανε φοβερό το μαρτύριο. Ίσως φαντάζει παράλογο σε κείνους που δεν ξέρουν, που δεν καταλαβαίνουν, αλλά οι στιγμές εκείνες ήταν οι καλύτερές μας. Ο πόνος μας ένωνε, μας έφερνε πιο κοντά. Γινόμασταν ένα μέσα του. Μας ζέσταινε τις καρδιές και μας χάριζε μοναδικές στιγμές αγάπης. Στιγμές του είναι. Στιγμές που δε θα ξεχάσω ποτέ! Ήταν η ζωή μου, οι στιγμές εκείνες του πόνου, και οι κουβέντες μας, και τα τραγούδια μας… Τα τραγούδια μας! Ό,τι και να πει κανείς ήμασταν… ποιοτικοί, και το ’χαμε παράπονο που λέγαν οι παλιότεροι, πως τα τραγούδια της εποχής τους ήταν καλύτερα. Είχανε, λέει, περισσότερο νόημα. Ήτανε, λέει, πιο κοντά στο λαό. Κι εμείς! Εμείς, επιμέναμε με τα δικά μας. Άκουγες, θυμάμαι τον “Φάνη” και δάκρυζες. Κι ερχότανε κι ο γέρος σου και φώναζε για την ένταση του ήχου και τα γούστα. “Τι είν’ αυτά που ακούς;”, ρωτούσε μεγαλόφωνα. Εκείνος, που μεγάλωσε με τα άγια και καλά του χασικλίδικα… Κατσιμίχες, Λοϊζο, Άσιμο, Παύλο, Μπιτλς, Ντορς, Ντύλαν, Τζόπλιν, Φέιθφουλ, Μπάεζ. Αυτούς και άλλους πολλούς ακούγαμε, εκείνους που πιστεύαμε ότι είχαν κάτι να μας πουν. Η δισκοθήκη της σύντομης ζωής μας… Και τώρα; Τώρα, σαν καυτό μαχαίρι οι στίχοι των τραγουδιών που ακούγαμε μαζί, διαπερνούν το σώμα της σκέψης μου… Και τα λόγια. Τα λόγια που τότε έτρεχαν ποτάμι. Οι δίχως τελειωμό συζητήσεις μας. Ω, νιώθαμε σημαντικοί. Θυμάσαι Νικόλα μου, πόσο σημαντικοί νιώθαμε; Όλοι, όλοι σε κάποια φάση της ζωής τους νιώθουν σημαντικοί… Μα, για δες πως σου μιλάω στο πρώτο πρόσωπο! Σα να είσαι μπροστά μου. Σα να με ακούς. Αλλά, πρέπει να με ακούς. Πρέπει ν’ ακούς τα λόγια της σκέψης μου. Το ξέρω. Το νιώθω. Το πνεύμα σου δε μ’ έχει εγκαταλείψει. Δε θα με αφήσει ποτέ. Όλα χάνονται. Η αγάπη μόνο μένει. Και η ψυχή. Πόσοι και πόσοι δεν πέθαναν ευτυχισμένοι, αφού πρώτα γνώρισαν την αγνή και άδολη αγάπη! Θέλω να πιστεύω ότι πέθανες ευτυχισμένος Νικόλα. Γιατί, τέτοια ήταν η αγάπη μας: αγνή, άδολη. Αγνή και άδολη! Λόγια; Δεν είναι λόγια. Το ξέρεις πως ό,τι ζήσαμε είναι πέρ’ απ’ τα λόγια. Ζήσαμε την αλήθεια. Όλο το βράδυ, κράτησα τις κουρτίνες των ματιών μου ανοιχτές. Όταν δε διάβαζα προσπαθούσα να βρω μια άκρη στο λαβύρινθο της σύντομης κοινής μας ζωής. Ταξίδεψα στα δύσβατα μονοπάτια της σκέψης μου. Όλα με οδηγούσαν στο ίδιο σημείο: την αγάπη. Γνωρίσαμε την απόλυτη αγάπη. Φτάσαμε στο ύστατο σημείο της ευτυχίας… γι’ αυτό αυτοκτόνησες. Είμαι σίγουρη. Δεν έχω καμιά απολύτως αμφιβολία. Το ένστικτό μου δεν μπορεί να πέφτει έξω. Ετούτο το σκυθρωπό δειλινό τα ξέρω όλα. Τα καταλαβαίνω όλα. Ακόμη και όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ. Κι εκείνα ακόμη, που δεν έγιναν. Θυμάσαι την ουτοπία μας; Θέλαμε, λέει, ν’ αλλάξουμε τον κόσμο. Αλλά, εκείνος προφανώς, δεν ήθελε. Ιδεαλιστές; Τρελοί; Παράλογοι; Μα… το παράλογο είναι το σημείο σύγκλισης της λογικής όλων των ανθρώπων. Όλοι παραλογιζόμαστε που και που κι ας μην τολμούμε να το ομολογήσουμε ούτε και στον ίδιο μας τον εαυτό… Η νύχτα. Η νύχτα είναι πόνος. Πάντα ήταν. Τώρα θα γίνει μεγαλύτερος. Θα φοβάμαι να κοιμηθώ μην τύχει και δω το φάντασμά σου. Θα φοβάμαι. Το ξέρω. Έτσι είμαι εγώ. Μου μπαίνουν αυτές οι έμμονες ιδέες και χάνομαι. Χάνομαι στην αυταπάτη. Να, και τώρα χαμένη είμαι. Τα ’χω χαμένα. Τρελαίνομαι. Τι γυρεύω εδώ; Τώρα… τώρα θα ’πρεπε να γράφω, να γράφω, να γράφω. Να γράφω δίχως τελειωμό. Ο χρόνος τρέχει. Οι σκέψεις σβήνουν και χάνονται. Τα όνειρα αποδεικνύονται απατηλά. Η μπόχα της ύπαρξης γίνεται αφόρητη. Πνίγομαι… Άννα! Που είναι η Άννα; Χάθηκε στο πλήθος. Αργά ή γρήγορα όλοι στο πλήθος χανόμαστε. Για να μη μένουμε μόνοι. Μεγάλη αμαρτία η μοναξιά. Κι ο φόβος. Ο φόβος… Πως γύρισε έτσι η ζωή μου τόσες σελίδες μονοκοπανιά; Γιατί βιάζεται τόσο; Πότε θα τελειώσει η κακόγουστη ετούτη παράσταση να φύγω; Ναι, παράσταση είναι. Με μερικούς βασικούς πρωταγωνιστές και χιλιάδες τηλεκομπάρσους. Φρίκη. Πως έγινε και ξεφτιλίσαμε έτσι τη ζωή; Υποκριτές! Να, εκείνος εκεί πέρα, με το γκρίζο κασκόλ. Τι γυρεύει εδώ; Και γιατί με κοιτάζει;… Και γιατί να μη με κοιτάζει δηλαδή;… Ίσως και να μη με κοιτάζει… Ω, πόσο έντονα ζω την παραφροσύνη μου!… Κι ο χρόνος… Ο χρόνος που φεύγει, αλλά… ο χρόνος είναι υπαρκτός, όταν τον υπολογίζουμε, μόνο τότε… Πρέπει να φύγω από δω. Έχω τόσα να πω. Θα τα πω στο χαρτί. Τουλάχιστον όταν θα φύγω από τούτη τη γη, θ’ αφήσω κάτι πίσω μου … Εσύ, γιατί δεν άφησες τίποτα Νικόλα, αγάπη μου; Τίποτα, εκτός από αναμνήσεις…».

Ένα ελαφρό άγγιγμα που ένιωσε στην πλάτη, τη συνέφερε, φέρνοντάς την πίσω στον παράλογο κόσμο του λογικού.
- Άννα!, αναφώνησε έκπληκτη. Η φίλη της στεκόταν πίσω της για αρκετή ώρα. Την έβλεπε που τα ’χε χαμένα, αλλά, φυσικά, δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να τη βοηθήσει. Διέκοψες τη ροή της σκέψης μου, της είπε αμέσως μετά.
- Έλα Σοφία. Ας ρίξουμε και ’μεις λίγο χώμα πάνω απ’ τον τάφο, της είπε κομπιάζοντας. Τα μάτια της ήταν υγρά. Η ομορφιά της πνιγόταν στον πόνο. Έκλαιγε και για το Νικόλα, αλλά και για τη φίλη της, που παρέμενε αδάκρυτη.
Ο κόσμος ήταν πολύς, και η ιεροτελεστία κράτησε αρκετή ώρα. Μίλησε ένας αξιωματικός του πεζικού, που αν τον άκουγε ο Νικόλας θα τρελαινόταν στα γέλια, και μετά πέρασαν όλοι ένα γύρο, ρίχνοντας χώμα στον τάφο, που θα τον έκλεινε για πάντα μέσα του.
Κάπου μακριά η σφαίρα που φώτιζε το σύμπαν της όρασης, έπλεε προς τη δύση της. Στο πλάι της βρισκόταν μια πονεμένη ψυχή.



«Στο επανιδείν», ψιθύρισε από μέσα της στο μισό χαμένο του ονείρου της, και ακολούθησε μαζί με την Άννα τη σιωπηλή πομπή της εγκατάλειψης προς το σπίτι του Νικόλα.
Ανάμεσα στο όλο και πιο αραιό πλήθος που κατευθυνόταν προς το σπίτι της θλίψης, η Σοφία διέκρινε και μια θεία του Νικόλα, μια θεία που τον πίκρανε όσο κανείς άλλος. Λίγο έλειψε να χιμήξει οργισμένη κατά πάνω της. Πρόλαβε όμως την τελευταία στιγμή και τη συγκράτησε η Άννα, που γνώριζε κι αυτή την ιστορία. Έμειναν πίσω, σαν αδελφές στον πόνο, να ακολουθούν από απόσταση την ουρά της υποκρισίας.
Κάποια στιγμή της φάνηκε, πως είδε το Νικόλα να τη χαιρετά από μακριά, κι αυτό έφερε ένα σκίρτημα χαράς στην ψυχή της. Μέχρι να ανοιγοκλείσει τα ματοτσίνορα όμως, η όμορφη οφθαλμαπάτη διαλύθηκε. «Αχ ρε Νικόλα, ακόμη και τώρα σε βλέπω μπροστά μου ζωντανό, κι ας ξέρω ότι έχεις φύγει, αφού είδα με τα ίδια μου τα μάτια, να θάβουν μες στο χώμα την αγάπη μας».
Η Σοφία έμοιαζε σαν υπόδικη κλεισμένη σ’ ανοικτό μπουντρούμι. Η κηδεία εκείνη ήταν σαν επίλογος σε μια ιστορία, που δε γράφτηκε ποτέ. Σα μια καταδικασμένη στην ανυπαρξία άνοιξη, ήταν η ψυχή της.
Τα γλυκά και οι καφέδες υποδέχθηκαν την ακολουθία του θανάτου. Τους καφέδες μάλιστα έσπευσε να τους φτιάξει η μισητή θεία, που σύμφωνα με τη Σοφία: διέθετε τρόπους, αλλά κάπου είχε ξεμείνει από ψυχή.
Πριν περάσει πολύ ώρα οι άντρες το ’ριξαν στα ούζα και τα μεζεδάκια, κι οι κυράτσες στη συμπάθεια, τη συμπαράσταση, και το «πόσο καλός ήταν ο Νικόλας».
Ο ήλιος είχε πια πάει για ύπνο, και ο οδηγός της νύχτας, το φεγγάρι, άρχισε το σεργιάνι του στο βραδινό ουρανό, κατά μια φέτα μικρότερο από χθες. Ήταν η αρχή μιας από κείνες της νυχτιές, που πάντοτε αργεί να ξημερώσει.
Η Σοφία πλησίασε την πονεμένη μάνα, και της ψιθύρισε στ’ αυτί ότι θα πήγαινε στο δωμάτιο του Νικόλα. Η μάνα συγκατένευσε με το κεφάλι της, αλλά δε μίλησε.
Μαζί με την Άννα άφησε το πλήθος να σβήνει τον πόνο του στα ούζα, τα μεζεδάκια, τα γλυκά, τους καφέδες, τις αναμνήσεις και τα χωρατά.
Μπήκαν νυχοπατώντας στο δωμάτιο, λες και φοβόνταν μην τον ξυπνήσουν. Εκείνο ήταν το καταφύγιο ενός έρωτα, που σα λουλούδι κομμένο από τη ρίζα του δεν πρόλαβε ν’ ανθίσει, και να σκορπίσει παντού το άρωμά του. Η Σοφία ήταν σε θέση να μυρίσει, να νιώσει την παρουσία του Νικόλα εκεί.
Άρχισε να ψαχουλεύει τα πράγματά του, να κοιτά με παρατηρητικό βλέμμα τις άψυχες αποδείξεις, του ότι κάποτε υπήρξε. Το μονίμως γεμάτο με αποτσίγαρα τασάκι - τώρα άδειο και καθαρό -, το ξύλινο γραφείο, το στερεοφωνικό που τώρα έμενε βουβό, οι δίσκοι που κάποτε γέμιζαν τις ώρες του έρωτα και της περισυλλογής τους… Όλα. Όλα μύριζαν Νικόλα. Μύριζαν Νικόλα, έρωτα, θάνατο.
Έβαλε τα ακουστικά στο στερεοφωνικό, ενώ η Άννα, φανερά ανήσυχη, ξεφύλλιζε δήθεν αδιάφορη για το τι συμβαίνει γύρω της, ένα παλιό περιοδικό. Το μάτι της κάθε τόσο ξέφευγε απ’ τις εικόνες και τα κείμενα, και γλιστρούσε δειλά προς το μέρος της φίλης της, που καθόταν στο πάτωμα κι έβαζε ένα δίσκο στο πικ απ, για να ανακυκλώσει μέσα απ’ τις αυλακιές του τις αναμνήσεις της.
Το «Δικαίωμα στ’ όνειρο» άρχισε και πάλι, όπως κι αμέτρητα άλλα βράδια να γρατσουνάει τις αισθήσεις της, καθώς λιλιπούτεια χαρτάκια, σημειώσεις, στίχοι, βιβλία, ημερολόγια και δίσκοι, περνούσαν με τη σειρά κάτω απ’ το ραγισμένο της βλέμμα.
Κάποτε σταμάτησε το φυλλομέτρημα των τετραδίων, στάθηκε σε ένα από αυτά, και άρχισε να διαβάζει γραμμή γραμμή τη μοναξιά του Νικόλα, προτού τον γνωρίσει. Διάβαζε με τον ίδιο παγερό, ανέκφραστο, αδάκρυτο τρόπο, που αποτελούσε το στοιχείο εκείνης της ημέρας στο χαρακτήρα της. Ποιος θα μπορούσε να πει, τι είδους παιχνίδια έπαιζε το παράλογο στην ψυχή της;
«Δεν ήσουνα μόνος Νικόλα. Τουλάχιστον, όχι στο τέλος. Ακόμη κι αν όλοι σε ξεχάσουνε, στη μνήμη μου θα μένεις πάντα ζωντανός. Ζωντανός κι αγαπημένος». Αυτά σκεφτόταν καθώς στ’ αυτιά της τώρα αντηχούσε ένα ακόμη αγαπημένο τραγούδι, από την τόσο σύντομη συγκομιδή του έρωτά τους, το «Πράγματα που δεν έκανες».
Τα παράτησε όλα στο πάτωμα. Αφέθηκε στη μαγεία των στίχων του αγνώστου, και στην ατμοσφαιρική μουσική και τη χαρακτηριστική ερμηνεία του γνωστού. Όσο κρατούσε το τραγούδι παρέμενε ακίνητη, κι άκουγε με τα μάτια κλειστά, σα μέσα σ’ όνειρο. Θα ’λεγε κανείς πως έφθασε η ώρα, που θα έχυνε το τελευταίο της δάκρυ, αλλά δεν το έκανε.
Η Άννα διασκέδαζε τη δόλια θλίψη της, κοιτώντας μέσα απ’ το κλειστό παράθυρο την πολυπόθητη χαρά, που βρισκόταν απ’ έξω.
Ο δίσκος έφτασε κάποτε στο τέλος του. Ο βραχίονας του δισκοφόρου επέστρεψε μηχανικά, βαριεστημένα στη βάση του, και το βινύλιο στη χαρτονάιλον θήκη του.
Η Σοφία άρχισε και πάλι να γυρίζει φύλλο το φύλλο τη ζωή του Νικόλα. Σε κάποια σελίδα ενός ημερολογίου, που κάθε άλλο παρά ημερολόγιο θύμιζε, βρήκε σημειώσεις από διάφορα βιβλία και άρχισε να τις διαβάζει. Πολλοί άνθρωποι μιλούσαν μέσα από τις σελίδες για πολλά πράγματα.
Ο Λόρενς Φερλινγκέττι περιέγραφε τον «Έρωτα στις μέρες της οργής». Της φάνηκε ότι πίσω από πολλές απ’ τις σημειώσεις, κρυβόταν η ψυχή του Νικόλα.
«Εμείς δεν προλάβαμε να ζήσουμε το δικό μας έρωτα στις μέρες της οργής. Ίσως να πέταξαν κι αυτές, όπως κι εσύ, προς τα πανέμορφα, αλλά χαμένα ηλιοβασιλέματα των ονείρων μας. Ίσως όμως και να μην ήρθαν ποτέ κατά δω».

- Άννα! Επιτέλους θυμήθηκε τη φίλη της, και στο πρόσωπό της, το οποίο προς στιγμή φωτίστηκε, φάνηκε η έκπληξη. Αν θέλεις φύγε, της είπε. Θα μείνω μάλλον για αρκετή ώρα εδώ.
- Ω, δεν έγινε τίποτα. Βρήκα επιτέλους κάτι να διαβάσω. Κάτι απ’ τα δήθεν επαναστατικά. Τα δικά μας. “Ανθολογία ποίησης των Μπίτνικς”. Αυτό θα με κρατήσει απασχολημένη για πολύ ώρα. Τους πάω πολύ τους παλιομπαγάσες.
Δεν ήθελε να την αφήσει μόνη, έτσι κίνησε για την Αμερική του Μπιτ, αφήνοντας τη Σοφία να εξερευνά το αθέατο είναι του Νικόλα.
Βρήκε μια κάσα γεμάτη με γράμματα. Ανάμεσά τους και ένα γράμμα από εκείνη τη θεία, που τον είχε τόσο πληγώσει. Θυμήθηκε ότι, μιλώντας της γι’ αυτό το γράμμα, το είχε αποκαλέσει: «Μια σελίδα φαρμάκι, γαρνιρισμένη με αγάπη και Χριστούγεννα». Χριστούγεννα το είχε πάρει μαζί με μια κάρτα γιομάτη ευχές.
Πήρε να το διαβάζει, και όσο το διάβαζε τόσο οργιζόταν, και στο τέλος, αναφώνησε από μέσα της: «Θεέ μου! Νικόλα, πως την άντεξες; Σε ρίχνει στο χώμα και σε ποδοπατά και μετά σου σερβίρει αγάπη! Ε, συγνώμη κυρία μου. Συγνώμη που δε ζητήσαμε τη γνώμη σας για τη ζωή μας. Συγνώμη που δε σας αφήσαμε να την καθορίσετε. Συγνώμη που δε θέλουμε να σωθούμε απ’ τα χεράκια σας. Συγνώμη που δε δεχτήκαμε να ζήσουμε μες στο ψέμα σας. Συγνώμη που δεν ξέραμε ότι στα χέρια σας κρατάτε τα κλειδιά του παραδείσου. Πετάξτε τα. Δεν τα θέλουμε… Κόλαση είναι η ψυχή σου κυρά μου, κόλαση. Στην ευχή πια…».
Έτρεμε ολόκληρη από τα νεύρα. Η Άννα την κοίταξε για μια στιγμή, αλλά απέσυρε αμέσως το βλέμμα της, καρφώνοντάς το εκεί που έπρεπε να είναι. Από μέσα της ευχόταν να δει τη φίλη της να ξεσπάει, να κλαίει, να φωνάζει, να λιποθυμάει. Αλλά, η Σοφία φαίνονταν να έχει κόψει κάθε δεσμό με το δάκρυ. Δίνονταν πολλές σκληρές και απρόβλεπτες μάχες στο Βατερλό της ψυχής της. Ένας θεός ξέρει πως άντεχε!
Έβαλε το γράμμα στο φάκελο και το φάκελο στην κάσα. Θα ζητούσε απ’ τη μάνα του Νικόλα να της δώσει εκείνα τα γράμματα. Σίγουρα δε θα είχε αντίρρηση. Την αγαπούσε τόσο πολύ άλλωστε. Σα να ’ταν δικό της παιδί.
Η Άννα κολυμπούσε πια για τα καλά στα βαθιά νερά της ποίησης. ένα κολύμπι, το οποίο ήταν για κείνη μια διαφυγή απ’ τον πόνο, αλλά και μια μικρή απόλαυση.
Η περιπλάνηση στο γραπτό κόσμο του Νικόλα συνεχίστηκε. Η Σοφία διάβαζε τις ατάκες που έγραψε ο αγαπημένος της, ή και κείνες που πήρε από κάπου, και βυθιζόταν στις σκέψεις της.
Μια από κείνες τις ατάκες, την έκανε να ανατριχιάσει: «Ποια είναι η ύστατη απελπισία; Μα, το να σκοτώσεις κάποιον, μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσεις την ύπαρξή σου!».
Αφού τη διάβασε, έκλεισε τα μάτια, και μες στη θολούρα των εσωτερικών δακρύων είδε τη μορφή του θλιμμένη. Τον περιτριγύριζε ένα κενό, που σιγά σιγά τον τραβούσε μέσα του. Σα χάθηκε η αγαπημένη εικόνα, απέμεινε στη θέση της, ένα μεγάλο ερωτηματικό: «Γιατί; Γιατί, Νικόλα; Προσπαθούσες κι εσύ να επιβεβαιώσεις την ύπαρξή σου, φεύγοντας όπως έφυγες; Γιατί όλ’ αυτά; Γιατί έσβησες με το ίδιο σου το χέρι το χώρο και το χρόνο;».
Μερικά από τα γιατί δε βρίσκουν ποτέ τις απαντήσεις, που τους αναλογούν. Αυτό θα την έβρισκε σύντομα.
Ο χρόνος φαίνονταν να έχει σταματήσει στο δωμάτιο των πόθων της. Ήξερε, ένιωθε πως κάποιο φάντασμα πλανιόταν στο χώρο κι ας μην το έβλεπε.
Στίχοι δίχως μέτρο παρήλαυναν μπροστά απ’ τα μάτια της φίλης της, καθώς τα δικά της δάχτυλα συνέχιζαν να φυλλομετρούν σελίδες δίχως αριθμούς, ποτισμένες με καπνό, αλκοόλ και προσωπικές αλήθειες.
Απ’ το υπόλοιπο σπίτι δεν ακουγόταν πια κανένας θόρυβος. Είχαν όλοι φύγει. Τουλάχιστον έτσι πίστευε η Άννα, που διατηρούσε κάποια επαφή με το περιβάλλον.
Οι σελιδοδείκτες των χεριών της Σοφίας, σταμάτησαν στην πρώτη σελίδα ενός μάλλον μακροσκελούς κειμένου, το οποίο, όπως θα αντιλαμβανόταν στη συνέχεια, δεν ήταν παρά στην αρχή του. Στην κορυφή της σελίδας υπήρχε η σημείωση: «Απόπειρα για ένα μυθιστόρημα».
Η καρδιά της πήρε ξαφνικά να κτυπά πιο γρήγορα. Μια μικροσκοπική φλόγα ονείρου έριξε πάνω της μιαν αχτίδα φωτός. Ένα κύμα χαράς φάνηκε να τη δροσίζει, ξυπνώντας τα πονεμένα της μάτια. Τελικά, είχε αφήσει κάτι πίσω του ο Νικόλας! Το πόσο μεγάλο και σημαντικό ήταν αυτό το κάτι, δε θα το αντιλαμβανόταν παρά, πολύ αργότερα…



Σαν έκλεισε το τετράδιο στο πρόσωπό της ήταν χαραγμένες η σύγχυση και η ανακούφιση. Η σύγχυση επειδή δεν είχε πλήρως αντιληφθεί τι ήταν εκείνο που είχε διαβάσει, κι η ανακούφιση γιατί ο Νικόλας το είχε γράψει.
Ακούμπησε για λίγο εκείνο το τετράδιο στο μέρος της καρδιάς, και όπως ήταν καθισμένη στο πάτωμα, το άφησε να γλιστρήσει χάμω. Ένα κύμα χαράς ήρθε να πλημμυρίσει την ψυχή της, και στα χείλη της ζωγραφίστηκε ένα αχνό χαμόγελο.
Η Άννα την παρακολουθούσε με απορία να διασχίζει την έρημο του νου της, αφήνοντας χνάρια στην άμμο του μη νοητού.
- Μου ’λεγε, πως προσπαθούσε μάταια να ξεδιαλύνει τα μεγάλα μυστήρια της ψυχής, είπε ξαφνικά.
- Σοφία, τι λες;
- Α, εδώ είσαι ακόμη; Τίποτα, κάτι δικό μου!
- Είναι ώρα να πηγαίνουμε. Όλοι έχουν φύγει.
- Ναι, έχεις δίκιο.
Ανοίγοντας την πόρτα του υπνοδωματίου βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο με τη μάνα του Νικόλα. Αφού αντάλλαξαν κάποια βλέμματα γιομάτα σιωπηλή κατανόηση, η Σοφία της ζήτησε, αν δεν την ενοχλούσε να πάρει κάποια απ’ τα πράγματα του Νικόλα. Η πονεμένη μάνα έδωσε με ένα νεύμα τη συγκατάθεσή της. Ήξερε πως και ο γιος της, έτσι θα ήθελε να γίνει.
Σα βγήκανε στο δρόμο είχε ήδη νυχτώσει. Περπάτησαν προς το σταθμό των τρένων χωρίς ν’ ανταλλάξουν λέξη. Μόλις έφτασαν εκεί, έδωσε τα πράγματα που κρατούσε στην Άννα.
- Θέλω να περπατήσω λίγο. Πήγαινε εσύ, κι εγώ έρχομαι αργότερα της είπε.
Η Άννα δεν έφερε αντίρρηση. Πήρε τα πράγματα και μπήκε στο σταθμό.
Άρχισε, λοιπόν, να περιφέρει τον πόνο της στους δρόμους της νύχτας. Άφηνε το διάφανο βλέμμα της να γεμίσει τις άδειες σκοτεινές βιτρίνες. Ήταν ένα σεργιάνι σε μια φωτοθάλασσα από νέον.
Περπατούσε, και τα μαλλιά της ανέμιζαν από ένα άπνοο αεράκι. Παρατηρούσε τους ανθρώπους, τα αυτοκίνητα, τις βιτρίνες. «Τα άστρα των ματιών σου μου δείχνουν το δρόμο, έξω απ’ τα σκοτάδια της μοναξιάς και της θλίψης», διάβασε σε μια αφίσα, που κοσμούσε την είσοδο ενός μαγαζιού. Χαμογέλασε.
Εξακολούθησε να περπατά, να κοντοστέκεται και να συνεχίζει, για πολύ ώρα. Οι σκέψεις που την απασχολούσαν αλλάζανε, με την ίδια ταχύτητα που περνούσαν από μπροστά της, από δίπλα της, τα αυτοκίνητα. Πρώτη φορά της φάνηκε τόσο άσχημη η Αθήνα. Τόσο φθαρτή. Τόσο απρόσωπη.
Έψαχνε μια εικόνα για να πιαστεί από πάνω της. Είδε κάποιον να αγοράζει λουλούδια. «Μας δίνουν λουλούδια, μόνο και μόνο επειδή ξέρουν εκ των προτέρων ότι μας αρέσουν», σκέφτηκε. Όλες οι σκέψεις της ήταν αρνητικές εκείνη την ώρα. Αντίκρισε κάποιον να δουλεύει σ’ ένα γραφείο παρά το προχωρημένο της ώρας: «Ζωή κλεμμένη, σε τείχη κτισμένη», ήταν το απόφθεγμά της.
Για το κάθε τι που έβλεπε είχε κάτι να πει, ένα σιωπηλό σχόλιο να κάνει. Και ένα ειρωνικό χαμόγελο για να το συνοδεύσει. Ακόμη μια φορά επαναστατούσε μόνη της. το μόνο που αυτή τη φορά η επανάσταση στρεφόταν κατά του εαυτού της, αφού κάπου κάπου άγγιζε τα όρια του παραλόγου.
Όλοι όσοι βρίσκονταν στο δρόμο της, ήταν ένοχοι για τη Σοφία. Για όλα εκείνοι έφταιγαν. Έφταιγαν, γιατί, κάποιος έπρεπε να φταίει. Αν δεν ήταν εκείνοι, τότε ήταν το σάπιο σύστημα. Το ανθρωποφάγο σύστημα, που παίρνει τα παιδιά και τα μετατρέπει σε μηχανές.
Το ανθρώπινο μυαλό, πολλές φορές παίρνει παράξενες στροφές. Ειδικά μετά από κάποιο ισχυρό ψυχολογικό σοκ, και είναι δύσκολο να μαντέψει κανείς που μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο. Ίσως, στην τρέλα! Ίσως, στην αυτοκτονία! Ίσως, στην περισσή αγάπη για τη ζωή!
Καθώς περπατούσε προσπαθούσε να μη σκέφτεται την επόμενη μέρα. Η θλίψη και ο πόνος την κατέβαλλαν, αλλά προτιμούσε να γίνει αληθινό ψυχικό ράκος, από το να κλάψει. Θυμότανε το πρωινό της όνειρο, την κηδεία, το αρχινισμένο χειρόγραφο του Νικόλα - ποια ιστορία ήθελε, άραγε, να διηγηθεί; Θυμότανε μόνο το σήμερα. Λες και το χθες αποτελούσε πια πολύ μακρινό παρελθόν, και είχε από πολλού χαθεί από τη μνήμη της.
Ασυναίσθητα, σταμάτησε μπροστά από μια καφετέρια, και άρχισε να κοιτάει επίμονα κάποιο κορίτσι, που καθόταν μοναχό του και έπινε, μάλλον, καφέ. Της φάνηκε σκυθρωπό, απογοητευμένο, αλλά και παράξενα ζωντανό. Σα να την έστησε κάποιος σε ένα ραντεβού και σκεφτόταν: «Λυπάμαι που δεν ήρθε, σ’ ευχαριστώ Θεέ μου που δεν είναι εδώ». Κάποια στιγμή σήκωσε το κεφάλι, και κοίταξε το περίεργο κορίτσι, που στεκόταν και την έβλεπε έξω απ’ το τζάμι. Κάτι σκέφτηκε, χαμογέλασε και μετά, ξαναβούτηξε στον καφέ και τον κόσμο της.
Συνέχισε το οδοιπορικό της, χωρίς να ξέρει στ’ αλήθεια που πηγαίνει. Μακρύς κι ατέλειωτος, όπως κι οι σκέψεις της, ήταν ο δρόμος. Σταματούσε σε όποια βιτρίνα συναντούσε στο διάβα της, και της έριχνε μια παρατεταμένη ματιά δίχως αύριο.
Τώρα πια, δεν κοιτούσε τα πρόσωπα των περαστικών. Συνήθως, όταν πεθάνει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, νομίζουμε πως το βλέπουμε παντού. Έτσι κι η Σοφία, κάθε φορά που έβλεπε κάποιον με μακριά μαλλιά, της φαίνονταν πως ήταν ο Νικόλας, για να καταλάβει την αμέσως επόμενη στιγμή ότι ήταν μια ακόμη οφθαλμαπάτη.
Δεν ένιωθε στ’ αλήθεια ότι ζούσε εκείνες τις οδυνηρές στιγμές. Δεν ήθελε να πιστέψει, ότι έχασε το καλύτερο μισό της ψυχής της. Εκείνο που προσπαθούσε να κάνει, ήταν να πείσει τον εαυτό της, πως ήταν όλα ένα μεγάλο άσχημο όνειρο, και, να, τώρα δα θα ξυπνούσε, και όλα θα ήταν όπως και πρώτα. Αλλά, τόσο σκληρά όνειρα μόνο ξύπνιος βλέπει κανείς.
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα αποφάσισε να κινήσει για το σπίτι της Άννας, επειδή σίγουρα θα την περίμενε και θ’ ανησυχούσε. Πήγε σ’ ένα σταθμό για να πάρει τον υπόγειο. Δεν είχε πλήρη αντίληψη του που βρισκότανε, αλλά ήταν σίγουρη ότι το τρένο θα την έπαιρνε στον προορισμό της.
«Χα, να μια πολιτικώς ορθή κόμμωση», σκέφτηκε από μέσα της, και χαμογέλασε. Μπροστά της, μέσα στο τρένο πια, στεκόταν ένα κορίτσι με κοντό μαλλί, βαμμένο σε χρώμα χρυσαφί, με πράσινες ανταύγειες.
Κανείς απ’ τους υπόλοιπους επιβάτες, δεν τράβηξε ιδιαίτερα την προσοχή της. Ήταν όλοι συνοφρυωμένοι, σκυφτοί, αγέλαστοι, όπως και κάθε άλλη ώρα της ημέρας ή της νύχτας. Άλλοι μπαίναν κι άλλοι βγαίναν στους σταθμούς. Ξανά και ξανά το ίδιο έργο σε επανάληψη. Όλα τα πρόσωπα τα ίδια, πιστά φωτοαντίγραφα με δικές τους ξεχωριστές γκριμάτσες.
Κάποτε, έφθασε κι αυτή στον προορισμό της. Κατέβηκε απ’ το τρένο και τράβηξε με αργόσυρτα βήματα προς το σπίτι της Άννας. Το ίδιο αργά, ανέβηκε με τα πόδια τους έξη ορόφους.
Η Άννα της άνοιξε την πόρτα προτού καν την κτυπήσει. Καθόταν και την περίμενε για πολλή ώρα.
- Έχω κάτι για σένα, της είπε, μόλις μπήκε μέσα.
- Τι είναι;
- Ήρθε από δω ο Δημήτρης, κι έφερε ένα δέμα για σένα.
Το δέμα έγραφε απ’ έξω το όνομά της, και αναγνώρισε σ’ αυτό το γραφικό χαρακτήρα του Νικόλα. Άρχισε να το ξετυλίγει με αργές κινήσεις. Το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν ένας χοντρός φάκελος.
- Γράμμα απ’ το Νικόλα θα είναι, συμπέρανε φωναχτά, απευθυνόμενη προς την Άννα, που την παρακολουθούσε. Βρήκε ακόμη μέσα μερικές κασέτες, ένα μεγάλο τετράδιο, ένα ημερολόγιο, κι ένα σουγιαδάκι, ενθύμιο από τη Βενετία.
Παρέμεινε να τα κοιτάει σαν υπνωτισμένη για λίγη ώρα και μετά στράφηκε προς την Άννα.
- Ποιοι ήταν εκεί;
- Όλοι!
- Ποιοι όλοι;
- Ο Δημήτρης, ο Πέτρος, ο Ντίνος, η Νάγια, η Ελένη, ο Ντάγκλας… όλοι.
- Θεέ μου, κι εγώ δεν είδα κανένα.
- Εσύ… δεν ήσουνα εκεί. Ταξίδευες.
- Δίκιο έχεις.
- Και τώρα, τι;
- Τι εννοείς;
- Εννοώ, αν ξέρεις τι θα κάνεις από δω και πέρα.
- Ιδέα δεν έχω. Δεν το ’χω σκεφτεί. Έγιναν όλα τόσο ξαφνικά.
- Τηλεφώνησε κι η μάνα σου…
- Τι της είπατε;
- Δεν ήμουνα εδώ. Της είπε η Κολέτ τι συνέβηκε. Μου είπε πως της φάνηκε να ανακουφίζεται όταν βεβαιώθηκε ότι μένεις εδώ.
- Τίποτ’ άλλο;
- Όχι, αλλά είπε πως θα ξαναπάρει αύριο.
- Ας είναι! Τουλάχιστον δε θα ανησυχεί για το που βρίσκομαι. Οι δικοί σου; σε ρωτήσανε τίποτα για μένα;
- Όχι δα. Τους ξέρεις τώρα.
- Ωραία! Τώρα, χρειάζομαι ένα καφέ.
- Και κάτι να φας, αλλιώς δε θα σ’ αφήσω σε χλωρό κλαρί.
- Εντάξει. Θα σου κάνω τη χάρη. Όχι, για να μη λες δηλαδή!
Η Άννα πήγε να φτιάξει τον καφέ, απορώντας για την ολύμπια ψυχραιμία της φίλης της, που μια τέτοια μέρα είχε το κουράγιο ή ίσως, το θράσος, ν’ αστειεύεται. Αλλά, και το αστείο, αν το καλοσκεφτεί κανείς, είναι ένας καλός τρόπος για να κοροϊδεύεις τον πόνο σου.
Όταν επέστρεψε με τον καφέ κι ένα σάντουιτς, τη βρήκε στη βεράντα να κτενίζει με το βλέμμα της το αβέβαιο άπειρο. Το λειψό φεγγάρι φώτιζε το σκηνικό.
Πήρε απ’ τα χέρια της Άννας το σάντουιτς που της έφτιαξε, και το έφαγε χωρίς καμιά διαμαρτυρία. Της πήρε μια αιωνιότητα να πιει τον καφέ, στη διάρκεια της οποίας παρέμειναν καθισμένες στη βεράντα, η μια αντίκρυ από την άλλη, αμίλητες. Ίσως οι ήχοι της νύχτας να ’χαν περισσότερα να πουν.
Θα ’ταν γύρω στις τρεις το πρωί, όταν η Άννα της πρότινε να πάνε για ύπνο. Δεν έφερε αντίρρηση. Κοίταξε τη φίλη της βαθιά μες στα μάτια. Ήταν υγρά σα λίμνη, σ’ αντίθεση με τα δικά της, που ήταν στεγνά σαν έρημος. «Αχ βρε Αννούλα μου… Αν μπορούσες να με καταλάβεις λίγο περισσότερο…», σκέφτηκε.

Καθώς ξάπλωναν, το σκηνικό θύμιζε κάτι από το προηγούμενο βράδυ, αλλά όχι απόλυτα. Η Άννα μες στην αληθινή της θλίψη να προσπαθεί να καλέσει τον Ντίνο στα όνειρά της, κι η Σοφία να διαβάζει ή τουλάχιστον να επιχειρεί να το κάνει.
Φυλλομετρούσε το ημερολόγιο και το τετράδιο που της έστειλε ο Νικόλας, χωρίς να σταματά πουθενά. Η σκέψη της γυρνούσε ξανά και ξανά στα ίδια πράγματα: στις στιγμές που μοιράστηκαν, στη μορφή του.
«Παράξενη που είναι ετούτη η ζωή! Πως καταφέρνει και τα κάνει όλα άνω κάτω, προτού καν προλάβουμε να αντιληφθούμε τι συμβαίνει! Πως μας πηγαίνει όπου θέλει αυτή, κι εμείς, αδύναμα ανθρωπάκια, πιόνια στη σκακιέρα της, δεν μπορούμε να της αντισταθούμε, να βάλουμε εμπόδια και φραγμούς στις κινήσεις της!». Αυτά σκεφτόταν καθώς τα χέρια της περνούσαν μια μια τις σελίδες, χωρίς σταματημό. Λες και τις μετρούσαν.
Η Άννα, που και που μισάνοιγε τα μάτια της και την κοιτούσε. Ήταν η πρώτη φορά που ανησυχούσε στ’ αλήθεια για τη φίλη της. Όταν την έβλεπε όμως τόσο ψύχραιμη, ένιωθε και η ίδια να ηρεμεί. Και έκλεινε ξανά τα μάτια. Και καλούσε ξανά τον αγαπημένο να την επισκεφθεί στα όνειρά της.
Απ’ τη δική της πλευρά η Σοφία φαινόταν να τα ’χει χαμένα. Πελαγοδρομούσε για αρκετή ώρα ανάμεσα σε ανύπαρκτα διλήμματα, που της υπέβαλλε ο καταρρακωμένος ψυχικός της κόσμος. Δεν ήξερε τι να κάνει πρώτα και τι ύστερα. Να διαβάσει πρώτα το γράμμα ή το ημερολόγιο, ή θα ήταν ίσως καλύτερα να μελετήσει πρώτα εκείνο το τετράδιο. Θα ήθελε όμως να ακούσει και τις κασέτες, πράγμα που τη συγκεκριμένη στιγμή ήταν ανέφικτο. Ήθελε να τα κάνει όλα, και να τα κάνει την ίδια ώρα.
Διάβασε λίγες σελίδες απ’ το ημερολόγιο, αλλά σύντομα το παράτησε. Περιείχε απλά κάποιες περιγραφές γεγονότων της ημέρας- της κάθε μέρας -, και τίποτα περισσότερο. Πήρε στα χέρια της το τετράδιο, κι άρχισε να διαβάζει με αφηρημένο βλέμμα διάφορες ατάκες, σκέψεις, στίχους από κάποια αγαπημένα τραγούδια, και κάθε τόσο μερικές εξομολογήσεις, γραμμένες σε τρίτο πρόσωπο. Τα μάτια δεν μπορούσαν όμως να συγχρονιστούν με το μυαλό, και ό,τι διάβαζε τη μια στιγμή, το ξεχνούσε την άλλη. Η σκέψη της δεν μπορούσε να ξεφύγει από εκείνο το φάκελο, που ίσως περιείχε τις απαντήσεις σε κείνα όλα τα ρωτήματα, που την ταλάνιζαν.
Κοίταξε την Άννα, που κοιμόταν πια για τα καλά. Το αναμενόμενο χαμόγελο δεν ήταν ζωγραφισμένο στα χείλη της. Το πρόσωπό της ωστόσο, έμοιαζε να εκπέμπει γαλήνη. «Καλή μου φίλη, πόσο με νοιάζεσαι!», σκέφτηκε και την αγκάλιασε με το βλέμμα, καθώς ένα βαθύ αίσθημα ευγνωμοσύνης της πλημμύριζε την ψυχή.
«Γιατί μου αρέσει να τυραννώ τόσο πολύ τον εαυτό μου, ακόμη και σε στιγμές σαν κι αυτή;», διερωτήθηκε κοιτώντας το φάκελο, που εδώ και λίγες στιγμές κρατούσε στα χέρια της.
Καθώς τον άνοιγε, ένιωσε να την πνίγει η αγωνία. Σε λίγο θα γνώριζε την αλήθεια. Τι θα συνέβαινε όμως, αν η αλήθεια ήταν πολύ σκληρή για να την αποδεχτεί;



Σοφάκι μου!
Ξέρω ότι θα πάρεις αυτό το γράμμα όταν θα ’ναι πια πολύ αργά, αλλά, απλά δεν μπορούσα να “φύγω”, χωρίς να σου εξηγήσω ποτέ το γιατί.
Θέλω να ξέρεις ότι σε σκέφτομαι κάθε ώρα και στιγμή, και πως θα παραμείνεις στη σκέψη μου μέχρι να ξοδέψω και την τελευταία μου ανάσα.
Είναι μέρες τώρα, που νιώθω πως ο χρόνος μου λιγοστεύει, πως η ζωή μου φεύγει. Προσπάθησα πολλές φορές να γράψω κάποια πράγματα για το πως νιώθω, για όλα αυτά που απασχολούν το μέσα μου είναι, αλλά στο τέλος τα έσκιζα όλα και τα πετούσα.
Προτού να φύγω, για το μεγάλο ταξίδι, νιώθω την ανάγκη να σου πω κάποια πράγματα. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, πρέπει να σου πω ότι φεύγω ευτυχισμένος. Ναι, ευτυχισμένος! Ευτυχισμένος γιατί, ο θάνατος θα με βρει μετά που γνώρισα τον τέλειο έρωτα. Ο έρωτάς μας έφτασε στο αποκορύφωμά του, μέσα από την ηθελημένη αθωότητά του. Τι σημασία έχει, που δεν ενώθηκαν τα κορμιά, αφού οι ψυχές μας έφτασαν να γίνουν ένα; Λένε πως η σωματική ένωση, βοηθά τον έρωτα να φτάσει στην ολοκλήρωσή του. Κι όμως, Σοφία μου, ετούτος ο έρωτας, ο δικός μας έρωτας, σκαρφάλωσε στην ψηλότερη κορυφή αυτού του κόσμου, του νοητού, χωρίς να χάσει ποτέ την αθωότητά του. Μετά απ’ αυτό, τι ευτυχία;
Μη νομίζεις ότι η απόφασή μου να φύγω, ήταν της τελευταίας στιγμής. Η απόφαση αυτή παιρνόταν κάθε μέρα, κάθε ώρα και στιγμή, που βρισκόμουν μακριά σου. Ίσως, όμως, να μην έφευγα ποτέ. Ορισμένα γεγονότα που συνέβηκαν τις τελευταίες μέρες, όμως, μ’ έσπρωξαν να φτάσω στα άκρα.
Πριν μια βδομάδα, ενώ περπατούσα έξω απ’ το στρατώνα, σταμάτησε δίπλα μου ένα αμάξι, και μέσα ήταν δύο άτομα, που ειλικρινά θα ’θελα να μην είχα γνωρίσει ποτέ. Ήταν αυτοί που μου πουλούσαν την παραμύθα, όταν ήμουν ακόμη πρεζόνι. Είχα κάνει και μια - δυο φορές το βαποράκι για χάρη τους, για να μου δώσουν λίγο πράμα τσάμπα, κι έτσι υποτίθεται πως τους ήμουν υποχρεωμένος.
Προσπάθησα να κάνω την πάπια, ότι δεν τους ήξερα, αλλά τελικά δε μου πέρασε. Μου ζήτησαν να μπάσω σκόνη μες στο στρατόπεδο, και μη έχοντας άλλη επιλογή τους είπα να μου δώσουν λίγο χρόνο για να το σκεφτώ.
Μου ’λεγαν τα άλλα τα παιδιά ότι όποιος μπαίνει, δύσκολα βγαίνει, αλλά δεν ήθελα να τους πιστέψω. Να, που τώρα, έστω και με καθυστέρηση, ήρθε η επιβεβαίωση.
Φεύγοντας, είπαν πως θα επικοινωνήσουν μαζί μου ξανά, και αν και δεν έχω νέα τους ακόμη είμαι σίγουρος ότι δε θα με ξεχάσουν. Στ’ αλήθεια Σοφία μου, προτιμώ να πεθάνω από το να ξαναμπώ σ’ αυτή την κόλαση.
Σήμερα, μετά που μίλησες με τον Μήτσο στο τηλέφωνο, συνέβηκε ακόμη κάτι, και ήταν εκείνο που έφερε τον κόμπο στο κτένι. Τιμωρήθηκα με δέκα μέρες φυλάκιση, επειδή δεν κατέδωσα κάποιον που το έσκασε, και τον οποίο πιάσανε λίγο πιο κάτω. Ήμουνα βλέπεις φρουρός στην κεντρική πύλη. Έτσι έχασα και την άδεια που θα έπαιρνα, αλλά, θα με περάσουν και από στρατοδικείο. Είναι κάτι τέτοιες στιγμές, που θέλω να τους φωνάξω να πάρουν τα όπλα τους και να τα βάλουν εκεί που ξέρουν. Δίνω όμως πάντα τόπο στην οργή, ή μάλλον έδινα.
Όπως καταλαβαίνεις, μετά απ’ όλα αυτά ένιωσα το χώμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μου, τη ζωή μου να καταρρέει. Μέχρι σήμερα ζούσα περιμένοντας τη μέρα που θα σε έβλεπα ξανά, αλλά τώρα, εκείνη η μέρα, εκείνη η ώρα, είναι πιο μακριά όσο ποτέ άλλοτε. Ίσως ο θάνατος να μην είναι η λύση για τα προβλήματά μου. Απ’ την άλλη μεριά, ίσως και να ’ναι. Ξέρω ότι ο θάνατος από αυτοκτονία αποτελεί δειλία, αλλά με παρηγορεί το γεγονός ότι θα φύγω «καθαρός».
Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν και πεθαίνουν λάθος. Εγώ, έζησα τη ζωή μου όλη λάθος, αλλά τους τελευταίους μήνες ήμουν «σωστός», γι’ αυτό και δε με φοβίζει ο θάνατος. Έχω συμβιβαστεί με την ιδέα του. Αν και άγνωστος, δε με τρομάζει. Ποιος ξέρει; ίσως να ’χουν δίκιο εκείνοι που λένε, πως πρόκειται απλά για μια μεταφορά σε διαφορετική ψυχική κατάσταση….
Και να, που τώρα έχω αδειάσει το μυαλό μου από ανώφελες σκέψεις. Βρίσκομαι σε μια ψυχική ηρεμία, που αγγίζει το απόλυτο, κάθομαι και σου γράφω. Γράφω σε σένα, για να ’μαι έστω και νοερά μαζί σου ως το τέλος. Θέλω να βγάλω για τελευταία φορά τ’ απωθημένα μου. μιλώντας σε σένα που αγάπησα, σε σένα που μ’ αγάπησες, σε σένα που αγαπώ…
Αλήθεια, οι άνθρωποι ίσως να μην καταλάβουν ποτέ πόσο χρειάζονται την αγάπη. Ακόμη κι οι εγκληματίες νιώθουν να τους πλημμυρίζει που και που, αυτό το τόσο όμορφο συναίσθημα. Και, λόγω της έλλειψης αποδέκτη, συνήθως το κατευθύνουν προς τα κατοικίδιά τους, όπως και πολλοί άλλοι άλλωστε. Γιατί φοβόμαστε, τόσο πολύ την αγάπη;
Ναι, άρχισαν πάλι οι φιλοσοφίες, αλλά, αφού, κι όταν ήμασταν μαζί έτσι μιλούσαμε. Αλλά, και τώρα μαζί είμαστε, αφού το είδωλό σου δε φεύγει στιγμή απ’ το βλέμμα της σκέψης μου.
Κάπου διάβασα πως η γυναίκα φοβάται την υπερβολική αγάπη. Μάλλον δε θα μάθω, στο λίγο χρόνο που μου απομένει, αν αυτό είναι αλήθεια. Αν και, εδώ που τα λέμε, ξέρω πολλές γυναίκες που προτιμούν τους δήθεν σκληρούς απ’ τους ρομαντικούς. Είναι κι αυτό ένα από τα απωθημένα μου. Πολλές φορές, προτού σε γνωρίσω, μ’ έπιανε τα βράδια το παράπονο, που δεν ήμουνα διαφορετικός στο χαρακτήρα, και τα ’βαζα με τον εαυτό μου. «Γιατί; Γιατί να μην είμαι σαν τους άλλους; Γιατί να μην τις κοροϊδεύω;», σκεφτόμουνα, και τα νεύρα μου γίνονταν κουρέλια. Τώρα βέβαια, νιώθω κάπου μέσα μου περήφανος για τον εαυτό μου. Γιατί, μες στη σκατοζωή που έκανα, τουλάχιστον σ’ αυτό ήμουν εντάξει, κι ας μη βρέθηκε καμιά, πριν από σένα, για να το εκτιμήσει.
Ξέρεις τι συμβαίνει, Σοφάκι μου; Οι άνθρωποι είναι τώρα πια δεσμευμένοι με σχέδια και φιλοδοξίες, και όχι μεταξύ τους. Μόνο για το εγωιστικό τους αύριο, που ίσως να μην έρθει ποτέ νοιάζονται. Το αύριο που μετρά σε μετοχές και καταθέσεις. Να δεις που κάποια μέρα, και χαίρομαι που δε θα ’μαι εδώ, τα παιδιά θα γεννιούνται απ’ τον πρώτο κιόλας μήνα της εγκυμοσύνης, για λόγους… οικονομίας!
Ω, είμαστε διεστραμμένοι. Τόσο βαθιά διεστραμμένοι! Πάντα ήμασταν. Πάντα θα ’ναι. Όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο είναι ψεύτης. Οι γέροι λένε: «Παλιά δεν ήταν έτσι». Και οι νέοι του σήμερα, αύριο που θα κάνουν οικογένειες, τα ίδια ακριβώς θα λένε, να ’σαι σίγουρη, στα παιδιά τους. Εκείνοι που δεν ξέρουν σήμερα στ’ αλήθεια πως να ζήσουν, φτιάχνουν φτωχά σενάρια για τις αυριανές ζωές των άλλων.
Μερικές φορές νιώθω, πως είμαι πολύ πονηρός για να ’μαι αθώος, και ταυτόχρονα πολύ αθώος για να ’μαι πονηρός. Άλλωστε, η διαφορά αλήθειας και ψέματος εντοπίζεται τώρα πια, στο πως αποκαλούμε το κάθε τι. Υπάρχουν αληθινά ψέματα και ψεύτικες αλήθειες, καθώς και αθώες πονηριές και πονηρές αθωότητες. Σου προκάλεσα σύγχυση; Α, μπα, δεν το πιστεύω. Εξάλλου, εμείς εκπέμπουμε στην ίδια τη συχνότητα.
Τώρα, καθώς η σκέψη γυρνά συχνά στο παρελθόν, μπορώ να πω ότι ένα απ’ τα πράγματα για τα οποία πικρά μετανιώνω, είναι που δεν πραγματοποίησα κάποιο απ’ τα όνειρά μου: να τα παρατήσω όλα ένα καλοκαίρι, να καβαλήσω τη μοτοσικλέτα μου, και να γυρίσω ολόκληρη την Ευρώπη παρέα με τις σκέψεις και τον υπνόσακο μου. Να κάνω αυτό, που οι βολεμένοι έλληνες αποκαλούν: Αλητοτουρισμό!
Ταξίδια! Όλοι νιώθουμε την ανάγκη να ξεφεύγουμε που και που. Αλήθεια, πόσα και πόσα δε θα έγραφες εσύ, αν μπορούσες να ταξιδεύεις συχνά; Τα ταξίδια είναι μια συνεχής έμπνευση. Ακόμη κι εγώ, ο ανεγκέφαλος, είχα σκαρώσει μια ιστοριούλα στη διάρκεια του ταξιδιού μου στη Βενετία. Τι πόλη! Τι μπόχα! Τι ομορφιά! Είμαι σίγουρος ότι θα την έχεις βρει μέχρι τώρα. Ήθελα να την ξαναγράψω, αλλά δεν έχει σημασία. Κράτησέ την όπως είναι. Πάρε και τα ημερολόγια μου, τα τετράδια, τα βιβλία, τους δίσκους, τις σημειώσεις μου. Όλα από μένα, όλα για σένα. Τουλάχιστον αυτά θα με κρατήσουν για λίγο περισσότερο καιρό ζωντανό μέσα σου. Θα αποδείξουν πως, ναι, ακόμη και ο θάνατος είναι ζωή.
Τώρα, καθώς σου γράφω για τελευταία φορά, ακούω απ’ το διπλανό θάλαμο τη μουσική που βγαίνει απ’ το κουτσουρεμένο ραδιόφωνο, ακούω τα τραγούδια των πουλιών, έξω απ’ το παράθυρο, και χαμογελώ. Χαμογελώ, γιατί αυτά που ακούω, αυτά που νιώθω δεν μπορεί να σημαίνουν τίποτ’ άλλο παρά ότι, ναι, αγαπώ. Αγαπώ εσένα, και τα λίγα που ζήσαμε μαζί.
Ευτυχώς εδώ μέσα είμαι μόνος, και δε θα δει κανείς το δάκρυ, που κύλησε βιαστικά να βρέξει το χαρτί. Όταν νιώθω έτσι θέλω να ’μαι μόνος. Γι’ αυτό και ζήτησα απ’ το Μήτσο να τον αντικαταστήσω στο Κέντρο Επικοινωνιών. για να κλειστώ στη μοναξιά και το δάκρυ μου.
Αν βρισκόταν τώρα εδώ κανείς, θα μου άρχιζε τα τι και τα γιατί και θα μου έκανε άγριο σπάσιμο. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούν να καταλάβουν πως μερικές φορές, αν όχι τις περισσότερες, είναι προτιμότερη η σιωπή. Και μιλούν. Μιλούν συνέχεια. Επειδή, έτσι πρέπει, λένε. Λόγια. Λόγια. Λόγια. Λόγια, που λέγονται για να ξεχαστούν την επόμενη στιγμή, χωρίς ν’ αλλάξουν τίποτα. Μιλούν άρα υπάρχουν, κι ας λένε μόνο λόγια του αέρα. Φοβούνται τόσο πολύ τη σιωπή. Η σιωπή, λένε, οδηγά στη μοναξιά, ενώ τα λόγια στην επαφή. Ε, λοιπόν, εγώ λέω ότι είναι καλύτερα να είναι κάποιος μόνος με τον εαυτό του, παρά μόνος με παρέα.
Πρόσεξες ποτέ, πως μερικά από τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή, τα εκφράζουμε μέσω της σιωπής; της σιωπής, που δεν είναι αναγκασμένη να κρυφτεί πίσω από τους κανόνες, το καβούκι της κοινωνικής υποκρισίας. Πόσες και πόσες φορές δεν έχουμε εκφράσει τα πιο βαθιά μας συναισθήματα με τη σιωπή, το δάκρυ, ένα βλέμμα, ένα χάδι, ένα φιλί; Και σε τελική ανάλυση, τι χρειάζονται τα λόγια, όταν υπάρχει η αγάπη;
Αχ, ρε Σοφία μου, γιατί να ζούνε όλοι τόσο μάταια; Γιατί να ζουν όπως τους ορίζουν οι άλλοι; Γιατί να ψάχνουν το μεγαλείο στην κοινωνική καταξίωση; Γιατί η αξία των νέων να μετρά με τα διπλώματα, που έχουν αποκτήσει; Θέλω να πω: τι αξία έχει κι αν μάθει κανείς να μιλά όλου του κόσμου τις γλώσσες, αν δεν ξέρει να μιλά τη γλώσσα της ψυχής;
Είναι αξιοπερίεργο πως όλοι ξεχνούν τη μοναδικότητα του ατόμου, ενώ ταυτόχρονα είναι τόσο ασυγχώρητα εγωιστές. Αν πιστεύουν ότι η ευτυχία βρίσκεται σε κείνα που κάνουν οι άλλοι, τότε προφανώς έχουν μια πολύ λανθάνουσα ιδέα περί ευτυχίας. Προσπαθούν να φτιάξουν τον εαυτό τους, τον κόσμο τους μέσα από τους άλλους. Λες και οι άλλοι είναι ο καθρέφτης που δείχνει το μέλλον τους! Μα, ποιο μέλλον;
Το ξέρω πως γράφω κάπως «παράξενα», αλλά τούτες τις τελευταίες ώρες της ματαιότητας, περνούν απ’ το μυαλό μου τόσες πολλές συγκεχυμένες σκέψεις και εικόνες, που δεν μπορώ να κάνω τίποτ’ άλλο, παρά να τις περιγράψω όπως μου έρχονται.
Χθες το βράδυ, προσπάθησα να διασκεδάσω τη μοναξιά μου μπροστά από την τηλεόραση. Δυστυχώς, έπεσα πάνω στις ειδήσεις και μάλιστα σε ιδιωτικό κανάλι. Μια και τις παρακολουθούσαν όλοι, κάθισα στ’ αυγά μου, δίχως διαμαρτυρίες. Τι υπέροχος τηλεκόσμος! Ένας τρελός, σκότωσε λέει δεκάξι παιδιά κι αυτοκτόνησε. Τα κοτόπουλα τρελάθηκαν. Η τόσο φτωχή εκκλησία κτίζει ναό που στοιχίζει μόλις μισό εκατομμύριο το τετραγωνικό. Η ιλαρά για τους δαιμόνιους ρεπόρτερ έγινε πανούκλα. Μάλιστα έπεσε και επιδημία στο στρατώνα μας, χωρίς να το ξέρουμε. Ανεγκέφαλοι σπάνε βιτρίνες και καίνε αυτοκίνητα, επειδή ηττήθηκε η ομάδα τους. Μετά, αρχίζουν το θρήνο, επειδή μια άλλη ομάδα είχε επιτυχία στην Ευρώπη. Τελικά, ο πατριωτισμός φτάνει ως το καλάθι ή το τέρμα, σε άμεση σχέση βέβαια, με το ποιος το πετυχαίνει. Τι να πει κανείς; Ας είναι καλά η τηλεόραση. τώρα πια, δε μας τρομάζουν οι εφιάλτες.
Γιατί κάθομαι και σ’ τα λέω όλ’ αυτά ούτε κι εγώ ο ίδιος καλά καλά δεν ξέρω. Ίσως να ’χω - σίγουρα έχω - περισσότερα απωθημένα απ’ τους άλλους ανθρώπους.
«Υπάρχει προσωπική ελευθερία;». Αυτό ρωτούσε ο μακαρίτης ο Κισλόφσκι. Μάλλον όχι, θα του απαντούσα. Παλιά υπήρχαν τύραννοι, που αλυσόδεναν τους ανθρώπους. Σήμερα το κάνουν μοναχοί τους. Ω, άνθρωπε, ανθρωπάκο, τι άθλιο ανέκδοτο είσαι! Πολεμάς και πεθαίνεις, για το δημοκρατικό δικαίωμα του να επιλέγεις, ποιος θα χειρίζεται την ελευθερία σου!
Τελικά, Σοφάκι μου, ίσως να είμαστε αόρατοι. Εγώ κι εσύ δηλαδή. Αόρατοι, επειδή οι άνθρωποι αρνούνται να μας δουν. Αρνούνται να ακούσουν τι έχουμε κι εμείς να πούμε. Ίσως η σιωπή μας να είναι πολύ δυνατή για ν’ ακουστεί καθαρά.
Τέτοιες στιγμές, σαν κι αυτές που περνώ εγώ τώρα, είναι ίσως αναγκαίο να γυρνά κανείς πίσω, μέσ’ απ’ τους δρόμους της μνήμης στο παρελθόν, να βλέπει πιο καθαρά τα λάθη του και τα σωστά, να μετανιώνει ή όχι. Εγώ, αν και βλέπω τα λάθη μου και τ’ αναγνωρίζω, δε μετανιώνω για τίποτα. Εννοώ, κι αν μετάνιωνα, τι θα ’βγαινε; Ό,τι έγινε έγινε, και τώρα πια είναι πολύ αργά για να αλλάξει. Αντίθετα, κάπου νιώθω να μετανιώνω για κείνα που δεν έκανα, τα τόσο πολλά.
Θυμάμαι τις τόσες και τόσες φορές που ένιωθα να λυπάμαι τον εαυτό μου και του ’δινα την εικόνα του κατατρεγμένου. Είναι παράδοξο, το πως μερικές φορές μοιάζουμε να εκλιπαρούμε για τον οίκτο των άλλων. Μες στην παραφροσύνη μας μάς τονώνει το ηθικό η ιδέα πως, κάποιος λυπάται για μας.
Άλλες φορές, και δεν ήταν λίγες, ενώ βρισκόμουνα με παρέα ένιωθα ανεπιθύμητος και το ’δειχνα. Τότε όλοι, όσοι μου έδιναν δηλαδή σημασία, απορούσαν για την κατήφεια μου και προσπαθούσαν να μου φτιάξουν το κέφι, αλλά εγώ έφευγα.
Που και που, έλεγα και διάφορα ανώδυνα ψεματάκια για να μπορέσω να ξεχωρίσω ποιοι ήταν οι πραγματικοί μου φίλοι, ποιους μπορούσα στ’ αλήθεια να εμπιστευτώ. Οι περισσότεροι με απογοήτευσαν. αν και εδώ που τα λέμε πάντα περίμενα, απ’ όλους μαζί κι απ’ τον καθένα ξεχωριστά, πως κάποια μέρα θα με κάρφωναν πισώπλατα. Γι’ αυτό τελικά έμεινα με τόσο λίγους φίλους.
«Ο μόνος τρόπος για να είμαι συνεχώς με μια γυναίκα, είναι να μένω μόνος. Μόνος με τη μοναξιά μου». Έτσι σκεφτόμουνα πριν λίγους μήνες. Ο ρυθμιστής της ζωής μας ωστόσο, ο χρόνος, προσπάθησε να με διαψεύσει ρίχνοντας εσένα στο δρόμο μου. Μαζί σου έζησα τις ομορφότερες στιγμές της ζωής μου, αλλά, όπως φαίνεται έχουν δίκιο εκείνοι που λένε, ότι τα καλά πράγματα ποτέ δεν κρατούν για πολύ…
Είναι τόσο παράξενο το γεγονός ότι ευτυχία και δυστυχία βαδίζουν συνήθως μαζί, χέρι με χέρι. Ένιωσα ευτυχισμένος όταν σε γνώρισα, και δυστυχισμένος σαν αναγκάστηκα να σε αποχωριστώ, για να νιώσω τώρα και πάλι ευτυχισμένος γιατί φεύγω γνωρίζοντας, ότι έχω αγαπηθεί. Η ευτυχία και η δυστυχία είναι κάτι σαν το σώμα με τον ίσκιο του. δεν αποχωρίζονται ποτέ.
Τον τελευταίο καιρό, την κάθε σκέψη μου συνόδευε η ελπίδα κι ο φόβος. Ήρθε η ώρα να βάλω τέλος σ’ αυτό το θέατρο. Ο θάνατος δεν είναι το τέλος. το τέλος είναι η αρχή. Θέλω να χωθώ μες στα κενά του χρόνου.
Το ξέρω ότι θα προαισθανθείς τη φυγή μου. Πολλές φορές λέμε: «Προαισθάνομαι ότι θα συμβεί κάτι καλό». Και το λέμε όχι γιατί στ’ αλήθεια το προαισθανόμαστε, αλλά επειδή θέλουμε να πιστέψουμε, πως αυτό το κάτι πράγματι θα συμβεί. Απ’ την άλλη το κακό το προαισθανόμαστε στ’ αλήθεια, αλλά επειδή ακριβώς πρόκειται για κάτι κακό, δε θέλουμε να το πιστέψουμε, έτσι όταν τελικά μας κτυπήσει την πόρτα μας βρίσκει απροετοίμαστους.
Στα γράμματά σου συνηθίζεις να μου γράφεις: “Χωρίς εσένα τίποτα”. Ελπίζω να μην το εννοείς. Έκανα μια άσχημη ζωή Σοφία, άσχημος θα είναι και ο θάνατός μου. Αλλά, εσύ πρέπει να ζήσεις. Είσαι τόσο νέα, έχεις τόσα να κάνεις, τόσα να δεις, τόσα να πεις!
Όσοι κι αν φύγουν, όσοι κι αν έρθουν, πάντα ξημερώνει η επόμενη μέρα. Μην το ξεχνάς ποτέ αυτό. Σε μια στιγμή το τώρα θα είναι πριν. Μη μείνεις στο πριν, Σοφάκι. Η ζωή για σένα τώρα αρχίζει. Να σκέφτεσαι το δεσμό μας σαν ένα βιβλίο. Έτσι ακριβώς. Πες πως το διάβασες, το κλείνεις, και παίρνεις άλλο απ’ το ράφι. Όλη η ζωή, αν το καλοσκεφτείς, ένα βιβλίο είναι. Κακογραμμένο βέβαια, αλλά, παρ’ όλα αυτά βιβλίο!
Η δυσαρέσκεια και η δυστυχία είναι αποτελέσματα της γνώσης και της λογικής. Θα σε παρακαλούσα να σβήσεις τη γνώση της φυγής μου απ’ το μυαλό σου. Να τη δεις σαν κάτι το… παράλογο, όπως και είναι. Ζήσε, έχοντας μονάχα στη σκέψη σου, την πιο γλυκιά γνώση: πως αύριο ο ήλιος θα ανατείλει ξανά.
Πρέπει να ανανεώσεις τα όνειρά σου. Συγγνώμη που χρησιμοποιώ τη λέξη «πρέπει», αλλά δεν ξέρω πως να σ’ το πω διαφορετικά. Εμένα πάντως, πάντα μου άρεσε η αναγέννηση που ακολουθούσε τον πόνο. «Αγαπώ άρα υπάρχω», λέει κι ο Βρεττάκος. Όποιος διαφωνεί μ’ αυτό, αμφισβητεί την ίδια την ύπαρξή του. Κι εσύ αγαπάς, Σοφάκι. Αγαπάς πολύ. Χάρισε στους άλλους όλη εκείνη την αγάπη που έχεις μέσα σου.
Ξέρεις, κάποτε ευχόμουνα να μη γνώριζε όρια ο χρόνος. Έτσι, για να σκεφτόμαστε λίγο πιο πολύ, να βλέπουμε τα λάθη μας, να ξεφεύγουμε απ’ τα πάθη μας. Τελικά όμως, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η πολλή σκέψη οδηγεί αργά ή γρήγορα, στη λάθος σκέψη.
Νιώθω παράξενα, κορίτσι μου! Τα ’χω χαμένα. Με δυο λόγια, εκείνο που θα ’θελα να σου πω είναι να μη γίνεις σαν και μένα. Μη γίνεις λουζεράκιας, όπως λέει κι ο Ντάγκλας. Εγώ, έχασα την παρτίδα, ενώ εσύ δεν άρχισες ακόμη να παίζεις. Εσύ, τώρα βέβαια χρειάζεσαι τον πρίγκιπα Μισκίν σου: ένα άνθρωπο τόσο αθώο, που να μπορείς να τον βοηθήσεις και τόσο ειλικρινή, που να μπορείς να ζήσεις την αλήθεια μαζί του. Το ξέρω πως θα είναι δύσκολο να τον βρεις, αλλά δύσκολο δε σημαίνει αδύνατο. Ίσως να ’χω δίκιο. Ίσως να ’χω κι άδικο… Εξάλλου το δίκιο, το σωστό, εκείνο που νομίζουμε σωστό, ίσως να μην είναι έτσι. Μα, τι κάθομαι και σου γράφω τώρα;
Νιώθω πως το βιολογικό μου ρολόι έχει μείνει από μπαταρία. Η αϋπνία, ο πόνος, η κούραση, το παράπονο με έχουν καταβάλει. Δάκρυα καταβρέχουν κάθε τόσο ετούτη τη στολή. Δάκρυα θα βρέχουν θαρρώ τώρα κι αυτό το χαρτί, καθώς το διαβάζεις. Εύχομαι να είναι η τελευταία φορά, που αναγκάζεσαι να κλάψεις για μένα.
Διάφορες σκέψεις, γλυκές και πικρές εξακολουθούν να έρχονται ανάκατα στο μυαλό μου. Δεν ξέρω τι να γράψω, τι να αφήσω, μα ο χρόνος φεύγει!
Να μόλις τώρα θυμήθηκα τις κοπελιές με τις οποίες συνυπήρξα προτού σε γνωρίσω. Και οι δύο με πλήγωσαν, αλλά σε τελική ανάλυση τους χρωστώ ένα μεγάλο ευχαριστώ, γιατί αν δε με έδιωχναν, ίσως να μη σε γνώριζα ποτέ! Με δίδαξαν εξάλλου ότι, η ζωή όσο πικρή κι αν είναι, αξίζει κάτι περισσότερο, από ένα αποτυχημένο ερωτικό δεσμό. Η αγάπη των ανθρώπων είναι σαν το νερό των ποταμιών: άλλοτε ρέει ορμητικά και άλλοτε αργά, νωχελικά. Είναι και φορές που δε ρέει καθόλου.
Έρωτας: ο μέγας ανατροπέας των ονείρων μας. Ξέρεις ποιο είναι το κοινό σημείο του έρωτα και της δικαιοσύνης; - Η τύφλα τους! Όμως, όλοι έχουν δικαίωμα στον έρωτα και στη δικαιοσύνη. Και στ’ όνειρο, θα πρόσθετες εσύ!
Πόσο μας πληγώνει αυτή η ζωή ή, μάλλον πόσο πολύ αναζητούμε να πληγωθούμε! Κι όμως… αυτοί που αγαπάμε. μόνο αυτοί έχουν το δικαίωμα να μας πληγώνουν…
Μα, τι λέω; Οι σκέψεις μου φαίνονται να έχουν χάσει πια κάθε συνοχή. Αλλά, θα συνεχίσω να γράφω. Θα γράφω μέχρι να εξαντλήσω την τελευταία μου ανάσα, ως το χάραμα. Θέλω να φύγω με τον ερχομό του ήλιου.
Να δεις που την αυτοκτονία μου θα την παρουσιάσουν σαν ατύχημα. Ω, πόσο φοβούνται την αλήθεια!
Σοφάκι μου, στα πράγματα που σου έχω στείλει θα βρεις πολύ από το Νικόλα, που δεν πρόλαβες να γνωρίσεις. Στο ημερολόγιο, σε κείνο το χοντρό τετράδιο, στις κασέτες, θα βρεις εμένα, αλλά και κάποιους άλλους. Τώρα, που ανέφερα τις κασέτες, θυμήθηκα ακόμη κάτι για το οποίο μετανιώνω: που δεν κάθισα να γράψω, την ιστορία του Αλ. Την ιστορία που γεμίζει όλες ετούτες τις κασέτες. Τώρα πια μόνο ο Χρήστος μπορεί να το κάνει, αφού ήμασταν μαζί εκείνη τη νύχτα - την Ατέλειωτη Νύχτα του Φωτός, όπως την αποκαλούσαμε μετά -, στη διάρκεια της οποίας μας διηγήθηκε ο Αλ τη μεγάλη του ιστορία, αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι…
Μόνο κάποιος που τον γνώρισε, θα μπορούσε να γράψει γι’ αυτόν εκ του ασφαλούς. Ο Χρήστος μου έγραψε ότι θα ανέβαινε σύντομα στην Αθήνα απ’ το νησί. Ίσως να βρίσκεται ήδη εκεί. Του έστειλα ένα μικρό σημείωμα, στο οποίο του ζητώ να επικοινωνήσει μαζί σου, για να πάρει αντίγραφα των κασετών…

Το λυκόφως της χαραυγής άρχισε να διακρίνεται στην άκρη του ορίζοντα. Δεν ξέρω πόσες ώρες πέρασαν απ’ τη στιγμή που άρχισα να σου γράφω… Ένα γράμμα γεμάτο με άδειες γραμμές, παραλογισμούς, αποσιωποιητικά, και σκέψεις, τρελές σκέψεις, ή όχι; Όπως λέγαμε: ο καθένας έχει τη δική του λανθάνουσα οπτική γωνία.
Σε λίγο ξημερώνει. Σε λίγο, το φευγάτο ταξίδι που υπήρξε η ζωή μου, φτάνει στο τέλος του. Θυμάσαι εκείνο το τραγούδι που λέει: «Τι είν’ αυτό που τόσο σε φοβίζει, τι είν’ αυτό που τόσο σε βασανίζει»; Ε, λοιπόν, η απάντηση είναι πολύ απλή: ο εαυτός μου! Ειλικρινά με φοβίζει, αλλά μ’ ένα περίεργο τρόπο. Με φοβίζει επειδή συμβιβάστηκε τόσο εύκολα με την ιδέα του θανάτου. Να, σε λίγο θα δραπετεύσω απ’ αυτή τη γη, και αντικρίζω το όλο θέμα με μια ανείπωτη, κραυγαλέα ηρεμία. Σα να πρόκειται για κάτι το συνηθισμένο. Σα να ετοιμαζόμουνα γι’ αυτή ακριβώς τη στιγμή, για τόσο πολύ καιρό.
Δεν ξέρω τι να πω γι’ αυτά που νιώθω. Έρχεται ξανά και ξανά στο μυαλό μου ο Αλ, ο τρόπος που πέθανε, τα όσα μας είπε πριν, και η καρδιά μου γεμίζει γαλήνη. «Το πιο σημαντικό πράγμα είναι να μην κάνεις ποτέ κακό σε κανένα. Όλα τα άλλα, θα ’ρθουν από μόνα τους». Αυτή ήταν η φιλοσοφία του. Και σε λίγο ήρθες εσύ. Και τώρα… αυτό! Είναι παράξενο το πως κατάφερε να αλλάξει τον τρόπο σκέψης μου εκείνος ο άνθρωπος. Με έμαθε να βλέπω μέσα μου, και πίσω από τα πρόσωπα των άλλων. Με δίδαξε να μη δίνω σημασία στην εικόνα, γιατί αυτή είναι φτιαχτή. Η ψυχή είναι το παν, μου έλεγε. Η ψυχή! Να, που μέχρι την τελευταία στιγμή δεν μπορώ να τον βγάλω από τη σκέψη μου.
Μα, θαρρώ, έφτασε η ώρα. Σε πέντε λεπτά πρέπει να ξυπνήσω τα παιδιά, και θα τα ξυπνήσω με…
Τα σύννεφα άρχισαν να στολίζουν τώρα, κάτι υπέροχες ελαφροκόκκινες ανταύγειες. Σε λίγο ο ήλιος θα σκάσει μύτη στο μακρινό ορίζοντα. Είμαι σίγουρος ότι το ίδιο πράγμα συμβαίνει αυτή τη στιγμή και στη δήθεν απάνθρωπη Αθήνα. Ποιος ξέρει; ίσως και να μοιραζόμαστε αυτή την υπέροχη εικόνα της ανατολής.
Το ποτάμι ερωτοτροπεί με τις όχθες. Ακούω το νερό να σωπαίνει. Ακούω με τα μάτια κλειστά, γι’ αυτό βλέπω. Βλέπω εσένα. Εσένα, γιομάτη ζωή και όνειρα. Ζήσε Σοφάκι, ζήσε και για μένα. Κάνε τα όνειρά σου, την πιο γλυκιά πραγματικότητα. Και μην αλλάξεις. Μείνε παιδί. Μείνε όπως είσαι, μέσα στην ψυχική αθωότητά σου. Σ’ αγαπώ. Σ’ αγαπώ όπως δεν αγάπησα ποτέ κανένα άλλο άνθρωπο. Σ’ αγαπώ γι’ αυτό που είσαι, για το λευκό σεντόνι της καρδιάς σου. Και θα σ’ αγαπώ…
Η ψυχή μου θα είναι πάντα κοντά σου και θα σε προστατεύει.

Στο επανιδείν αγαπημένη μου!
Με ανείπωτη αγάπη,
ο Νικόλας σου.



Μερικά γιατί θα ’ταν καλύτερα ίσως, να μην έβρισκαν ποτέ τις απαντήσεις τους. Τα γιατί της Σοφίας τις βρήκαν…
Δίπλωσε το γράμμα όπως ήταν πρωτύτερα και το ’βαλε ξανά στο φάκελο. Κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο, προσπαθώντας μάταια να διακρίνει τ’ αστέρια στον αττικό ουρανό. Ένιωθε σα μια νύφη ντυμένη στα μαύρα, που ψάχνει να βρει το νυφικό της. Μαύρο κι αυτό. Απ’ το θάνατο στη ζωή κι αντίστροφα.
«Η ζωή είναι γυναίκα, κι ο θάνατος άντρας», σκέφτηκε. Πήρε στα χέρια της το δικό της ημερολόγιο και καθισμένη καθώς ήταν στο κρεβάτι, άρχισε να γράφει κάτι με νωχελικές κινήσεις. Σα να ’χε ανάψει στην ψυχή της κάποια φλόγα, και προσπαθούσε να τη διατηρήσει όσο πιο πολύ μπορούσε ζωντανή. Λες κι αν σπαταλούσε περισσότερη ενέργεια, η φλόγα θα έσβηνε.
Κάθε τόσο παρατούσε το στυλό, κοιτούσε έξω απ’ το παράθυρο και ένα γύρω το δωμάτιο και την Άννα. Σα να προσπαθούσε να βεβαιωθεί ότι ήταν όντως εκεί. Οι ήχοι της πόλης της φαίνονταν απόμακροι.
Οι ώρες κύλησαν γοργά, και πήρε να χαράζει. Το ροζ του ουρανού ήταν πολύ αχνό, σε μια πόλη που φαίνονταν να αγνοεί ακόμη και την ύπαρξή του. Η Σοφία βρισκόταν σε δίλημμα: έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα στη γυναίκα που φιλοξενούσε το ζωντανό της σώμα, και τον άντρα που κατοικούσε στη νεκρή της ψυχή!

Η Άννα ξύπνησε απότομα, τρομαγμένη και ενστικτωδώς κοίταξε αμέσως προς το κρεβάτι της φίλης της. Δεν ήταν εκεί, αλλά κάτω από το αναμμένο πορτατίφ είδε ένα χαρτάκι με το όνομά της επάνω. Της έγραφε ότι βγήκε για να περπατήσει για λίγο. Αναστέναξε με ανακούφιση.
Στο κρεβάτι υπήρχε ένα ανοικτό τετράδιο. Η Άννα το πήρε στα χέρια της και άρχισε να διαβάζει:
Δεν μπορεί, όχι, δε γίνεται να πεθάνω με συμβατικό τρόπο. Όχι από γηρατειά. Αποκλείεται. Θα πεθάνω παράδοξα, και άδοξα, για να ζήσω μετά... στις σκέψεις έστω κάποιων γνωστών - αγνώστων, που θα μπορέσουν ίσως να διαβάσουν την ψυχή μου…

Ένα κορίτσι περιφέρεται στους δρόμους της Αθήνας, δακρύζει και χαμογελά, λυπάται για το χθες, και χαίρεται που ξημέρωσε και πάλι μια καινούρια μέρα.

6 Comments:

Blogger Alkyoni said...

ξαφνικά βρέθηκα να διαβάζω τη ζωή μου....
Καλημέρα

12:53 AM  
Blogger Αλέξανδρος Παραδείσης said...

Καλά, ε! Γαμάει! Πολύ καλή προσπάθεια! Αλλά πρόσεξε μην σου το κλέψουν... Ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος!...

8:01 AM  
Blogger Kiriaki said...

This comment has been removed by the author.

11:10 AM  
Blogger adam said...

Hello I just entered before I have to leave to the airport, it's been very nice to meet you, if you want here is the site I told you about where I type some stuff and make good money (I work from home): here it is

6:05 PM  
Blogger adam brown said...

look this is the "diet" i told you about you should really enter the site :) bye enter the site

5:02 PM  
Blogger Tinouviel... said...

em...ti mporw na pw otan diavazw ayton ton thisayro...?oi lekeis moy einai phtohes mprosta toy...na eisai kala...

2:26 AM  

Post a Comment

<< Home

eXTReMe Tracker